Δεν ξέρω γιατί, μα τελευταία πιάνω το νου μου συχνά πυκνά να
πηγαίνει πίσω στο χρόνο, στην εποχή που έζησα στο Στρασβούργο. Πιθανόν αυτή η
πόλη να με σημάδεψε, παρόλη τη σχετικά μικρή χρονικά -2,5 χρόνια- παραμονή μου
σ’ αυτήν.
Μια απ’ τις πιο περίεργες, μα συνάμα τόσο γλυκές, αναμνήσεις
ήρθε τούτη την κρύα νύχτα να θρονιαστεί στη σκέψη μου. Μόλις προ ολίγου έτυχε
να διαβάσω την εισαγωγή του μυθιστορήματος "Τα μαύρα φεγγάρια του
έρωτα" του Πασκάλ Μρυκνέρ, όπου περιέγραφε μιαν αναπάντεχη συνάντηση
κάποιου, μέσα σ’ ένα λεωφορείο, με κάποια μάτια, που τον έκαναν να μην μπορεί
να πάρει τα δικά του από πάνω τους. Σχεδόν αυτόματα θυμήθηκα κάτι παραπλήσιο,
με κάτι άλλα μάτια, που ανήκαν σε μια εξωτική πανέμορφη μιγάδα, την οποία
πρωτοείδα μέσα σ’ ένα καφέ, παραδίπλα απ’ το Κολοσσαίο -Le
Colisée έγραφε στην πρόσοψη-, απ’ την τεράστια δηλαδή πολυκατοικία όπου
έμενα. Εκεί σύχναζαν μόνον φοιτητές, μιας και απέναντι ακριβώς ξεκινούσε η
Πανεπιστημιούπολη του Στρασβούργου, με πρώτο πρώτο το επιβλητικό κτίριο, σε
σχήμα ελλειπτικό, της περίφημης Νομικής Σχολής.

Πέρασε αρκετός καιρός από την πρώτη φορά που αντίκρισα την
κοπέλα εκείνη, που μάλλον πρέπει να έλκυε την καταγωγή της από κάποια απ’ τις
γαλλικές αποικίες. Δεν είχα ξαναδεί μια τόσο ιδιαίτερη φυσιογνωμία, μιαν
ομορφιά τόσο απλή, μα και τόσο συναρπαστική. Ελαφρά σκουρότερο δέρμα από το
λευκό, μαλλί μαύρο μακρύ κι ελαφρά σπαστό, πρόσωπο που ακόμα αδυνατώ να το περιγράψω, ίσως αν
είχα κάποια κλίση στη ζωγραφική να μπορούσα να προσπαθήσω ν' αποδώσω τη μορφή της.
Κάποια μέρα ξαναβρέθηκα στο ίδιο καφέ, μαζί με τον φίλο μου
τον Πέτρο. Μερικά τραπέζια πιο πέρα, κι ακριβώς απέναντί μου, βρισκόταν ήδη
καθισμένη η ονειρεμένη εκείνη μορφή. Μπροστά της κρατούσε ένα σχετικά μεγάλο
σαν τετράδιο ζωγραφικής και κάτι έδειχνε απορροφημένη να σχεδιάζει. Κάποια
στιγμή, που δεν κοίταζα προς το μέρος της, με σκουντάει ο Πέτρος «ρε συ ! Κοίτα
εκεί» και μου δείχνει με τρόπο να κοιτάξω προς την κοπέλα. Κοιτάζω και… μένω
άναυδος. «Εσένα δεν ζωγραφίζει ;» μου ψιθυρίζει ο Πέτρος. Ρητορική η ερώτηση,
καθότι κι ο ίδιος είχα αντιληφθεί ότι με κοίταζε, έσκυβε στο τετράδιό της και
σκιτσάριζε κάτι, με ξανακοίταζε, με ένα αδιόρατο χαμόγελο, ξανασκιτσάριζε…
Περιττό να πω πως κάτι κρύο ένιωσα να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά μου από τη
σαστιμάρα. Δεν χρειαζόταν καμιά ιδιαίτερη επιβεβαίωση ότι όντως συνέβαινε αυτό
που βλέπαμε και οι δυο μας. Μετά από κάμποση ώρα, η κοπέλα μάζεψε τα πράγματά
της, έριξε ένα απαλό γλυκό βλέμμα προς το μέρος μου και έφυγε. Όλη τούτη την
ώρα παρέμενα σαστισμένος, μην ξέροντας τι να κάνω, πού να κοιτάξω, τι να πω,
ήμουνα ακινητοποιημένος. Το να πήγαινα να της μιλήσω, αυτό κι αν ήταν αδιανόητο
για μένα, μιας και δεν υπήρχε περίπτωση να βρω το θάρρος να το κάνω.
Πέρασαν μήνες πολλοί, δεν κατάφερα ούτε καν να δω τη μορφή
της έστω και φευγαλέα κάπου, λες και την κατάπιε η γης. Ένα βράδυ η
μικρή μας παρέα πήγε σε μια λονδρέζικη μπυραρία, στο κέντρο της πόλης.
Ευχάριστο περιβάλλον, ζεστή ατμόσφαιρα απ’ το σκούρο χρώμα της ξύλινης
επένδυσης και διακόσμησης που κυριαρχούσε παντού. Ο κόσμος γύρω, καθισμένος στα
μεγάλα ορθογώνια ξύλινα τραπέζια, έπινε τη μπύρα του, συζητούσε με την παρέα
του και τίποτα δεν με προϊδέαζε γι’ αυτό που θα συνέβαινε σε λίγο. Όντας
καθισμένος με πρόσωπο προς το μέσα μέρος του μαγαζιού, ξαφνικά βλέπω να
προβάλει από μια πόρτα, που προφανώς οδηγούσε σε μια πιο εσωτερική μικρότερη
σάλα, η εξωτική κοπέλα, στηριζόμενη σε πατερίτσες και βοηθούμενη από την παρέα
της. Έμεινα άγαλμα να την κοιτάζω και να την βλέπω να έρχεται αναγκαστικά να
περάσει από δίπλα μου ακριβώς, μιας και καθόμουν δίπλα στο διάδρομο. Τα
βλέμματά μας συναντήθηκαν μερικά μέτρα πριν φτάσει κοντά μου, μα καθώς
δυσκολευόταν να κινηθεί άνετα, τα λίγα αυτά μέτρα μου φάνηκε πως πέρασαν ώρες
ολόκληρες, με τα μάτια μας να μην φεύγουν του ενός από του άλλου. Φτάνοντας
δίπλα μου, μου χαμογέλασε με κείνο το τόσο γλυκό, απαλό της χαμόγελο και ένα
σχεδόν ψιθυριστό Salut της αποκορύφωσε το δεύτερό μου σάστισμα. Η φωνή της μου
ακούστηκε αγγελική, ουράνια, μπήκε σαν σίφουνας μέσα μου, διέτρεξε όλο μου το
είναι και μάλλον πρέπει να κατάφερα να ανταποδώσω το χαιρετισμό της. Με
προσπέρασε, διήνυσε όλο τον διάδρομο και χάθηκε γι’ ακόμα μία φορά απ’ το
οπτικό μου πεδίο. Το δικό μου σάστισμα ήρθε κι έδεσε με κείνο της μικρής μου
παρέας. Ο Πέτρος έμεινε να με κοιτάζει, μ‘ ένα βλέμμα που δεν χρειαζόταν να
συνοδευτεί από λόγια για να περιγράψει και τη δική του έκπληξη. Λες και ήμαστε
θεατές κινηματογραφικής σκηνής, από κείνες που σε αφήνουν καθηλωμένο ή και
εντυπωσιασμένο να κοιτάζεις άπνοα την οθόνη, λες και δεν ήμαστε, ή έστω εγώ,
πρωταγωνιστής σε βουβή ταινία της δεκαετίας του ’50.
Το σάστισμα, όμως, δεν ήταν να τελειώσει εκεί. Μετά από
μερικά λεπτά, χωρίς να έχω εικόνα προς την είσοδο, βλέπω να περνάει πάλι, αλλά
με αντίθετη φορά, από δίπλα μου η προσφιλής μου οπτασία και σιγά σιγά, με τις
πατερίτσες, κατευθύνθηκε προς το άνοιγμα που οδηγούσε στην εσωτερική σάλα. Μόνο
που φτάνοντας εκεί, γύρισε προς τα δεξιά της και με προσεχτικές κινήσεις
κάθισε στο πιάνο που υπήρχε κουρνιασμένο εκεί κι ως εκείνη τη στιγμή ούτε καν
είχα προσέξει την ύπαρξή του. Άρχισε να παίζει, στην αρχή με το βλέμμα
καθηλωμένο στα πλήκτρα, αλλά μετά από πολύ λίγο, ανασηκώνοντας ελαφρά το
κεφάλι, έστριψε προς τα δεξιά το βλέμμα της, οδηγώντας το ακριβώς επάνω μου. Το
πρόσωπό της έλαμψε, το απαλό, γλυκό χαμόγελό της ξανάνθισε πάλι κι όλα αυτά,
μαζί με τη γλυκιά μελωδία που έβγαινε απ’ τις χορδές του πιάνου, μου έφερναν
ένα άγραφο, αλλά τόσο ξεκάθαρο μήνυμα «παίζω για σένα και μόνο». Όση ώρα εκείνη
έπαιζε, δεν πήρα στιγμή το βλέμμα μου από τα δικά της μάτια, από το χαμόγελό
της, απ’ το πρόσωπό της το αγγελικά εξωτικό. Τα βλέμματά μας στιγμή δεν έπαψαν
να διασταυρώνονται μ’ ένα τρόπο τόσο γλυκό, τόσο βελούδινο, τόσο εκστασιαστικό,
τόσο μαγνητισμένο του ενός από τον άλλο. Κάτι σαν ευτυχία είχε πλημμυρίσει απ’ άκρη
σ’ άκρη τον εαυτό μου, δεν υπήρχε τίποτα γύρω μου, δεν έβλεπα τίποτα, παρά
μόνον εκείνη, δεν άκουγα τίποτα, ούτε καν την καρδιά μου που χτυπούσε σαν
τρελή, παρά μόνον άκουγα τον ήχο που εκείνη μου έστελνε μαγικά. Συνήθως, τα
μουσικά κομμάτια διαρκούν κάτι ανάμεσα σε τρία με τέσσερα λεπτά, τούτο δω,
όμως, το υπέροχο κομμάτι, τούτο δω το επίμονο βλέμμα, τούτο δω το χαμόγελο,
τούτο δω το πρόσωπο όλο, θα πρέπει να κράτησαν κάτι άχρονους αιώνες.
Όμως, όπως όλα τα ωραία, έτσι κι αυτό
έμελλε να τελειώσει κάποια στιγμή, η εξωτική μου άγνωστη σηκώθηκε πάλι με
προσοχή, στηρίχτηκε πάλι στις πατερίτσες της, βάδισε αργά αργά και πάλι τη
μικρή απόσταση που μας χώριζε, ξαναπέρασε από δίπλα μου, μου ξαναχαμογέλασε
ελαφρά, αφήνοντας πάνω μου ένα αδιόρατο, ανεπαίσθητο άγγιγμα, κάτι σαν μια
μικρή αλλά και συνάμα τόσο αισθαντική δόση ευτυχίας, ψιθύρισε ένα αγγελικό bonsoir και ξαναχάθηκε προς την έξοδο…
Ένιωθα τόσο γιομάτος από τη μια, μα
και τόσο άσχημα που δεν τόλμησα γι’ ακόμα μια φορά να βρω τρόπο να της πω κάτι
περισσότερο από ένα γεια κι ένα καληνύχτα, που δεν έμαθα καν τ’ όνομά της…
Τα ίδια συναισθήματα με κατακλύζουν
κάθε που, σπάνια πια είν’ η αλήθεια, φέρνω στη μνήμη μου αυτές τις δυο σκηνές,
τις δυο «συναντήσεις» μου με την κοπέλα αυτή. Η μορφή της μπορεί σιγά σιγά να
γίνεται όλο και αχνότερη στη μνήμη μου, τα όσα ένιωσα τις λίγες αυτές
στιγμές, όμως, ο χρόνος δεν θα καταφέρει να τα κάνει αχνότερα. Θα είναι πάντα
όσο έντονα υπήρξαν όταν συνέβησαν.
Όταν δεν ζήσουμε κάτι ολοκληρωτικά,
όταν η συνήθεια και η καθημερινότητα δεν το φθείρει, το αναπολούμε ως το
άγγιγμα του τέλειου, του ιδανικού, που μας λυπεί που δεν το ζήσαμε
ολοκληρωτικά, που δεν ρουφήξαμε αχόρταγα ως το μεδούλι τη γεύση του. Ήταν η
μόνη φορά που έζησα κάτι τέτοιο, που ακόμα κι οι λέξεις αδυνατούν να το
αποδώσουν σε όλη του την ένταση και με όλη του τη δύναμη. Ήταν κι η μόνη φορά,
που καιρό μετά, όταν ξαναβρέθηκα στην Ελλάδα, χωρίς ενοχές, περιέγραψα το όλο
συμβάν στην τότε αρραβωνιαστικιά μου, και της ομολόγησα πως αν είχε μιαν άλλη
τροπή το θέμα αυτό, ίσως και να ήμουν πολύ μακριά της εκείνη τη στιγμή που της
το περιέγραφα. Έδειξε να το κατανοεί, με την κατανόηση του έμπιστου φίλου, μα ποτέ δεν θα μάθω αν όντως κατάφερε και να
με δικαιολογήσει για την παραδοχή μου αυτή. –
15
Φλεβάρη 2018
Θωμάς
Απ. Κάσσος