Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Στρασβούργο (στον κλοιό της γραφικότητας)

Θυμούμαι πάντοτε έντονα την ημέρα που έφτασα στο Στρασβούργο. Ταξιδεύοντας από το Παρίσι στο ίδιο κουπέ με το θλιμμένο ύφος ενός γάλλου φαντάρου που υπηρετούσε στο Βερολίνο και που μόλις είχε αποχαιρετήσει την αρραβωνιαστικιά του και από το Νανσύ με το υπεροπτικό ύφος ενός γερμανού καθηγητή της γαλλικής που συνόδευε ένα γκρουπ από όμορφες μαθήτριες, είχα κάθε αιτία να είμαι δύσθυμος και να μη σκέφτομαι άλλο από την κούρασή μου, αυξημένη ήδη κατά πολύ από την αγωνία του μοναχικού ταξιδιού σ’ έναν ξένο και άγνωστο τόπο.
Όταν κατέβηκα, λοιπόν, στο  σταθμό του Στρασβούργου ένιωθα περίπου εξουθενωμένος. Απροειδοποίητος εντελώς για τη φυσιογνωμία της πόλης, καθώς το ταξί που με μετέφερε στο F(oyer) dE(tudiant) C(atholique), όπου επρόκειτο να μείνω προσωρινά, πέρασε από το κέντρο της πόλης, ένα αληθινό σοκ με περίμενε, ένας καταιγισμός ομορφιάς, που με συνέφερε πάραυτα και από την κούραση και από τη δυσθυμία.
Ούτε η γοητεία του Παρισιού που υπήρχε ακόμη μέσα μου νωπή δεν άρκεσε, για να συγκρατήσει κάπως τον ενθουσιασμό μου για την οπτική αυτή πανδαισία. Τα πανέμορφα και ομοιόμορφα αυτά κτίσματα, σπίτια μαζί με καταστήματα, κατά την αντίληψη που είχα μόλις πριν, μόνο σκηνικό ταινίας που αναφέρεται στον Μεσαίωνα ή μάλλον στην Αναγέννηση θα μπορούσαν να είναι. Έπειτα, το ποτάμι, ο Ελ, που γυροφέρνει παντού μέσα στην πόλη, σαν να έχασε το δρόμο του, με τα παρτέρια του στις όχθες, σ’ όλο το μήκος, και με την ομοιομορφία των κτισμάτων γύρω, να εντείνει μέσα σου την πεποίθηση ότι, όπου κι αν σταθείς στο κέντρο του Στρασβούργου, βγαίνεις πάντοτε στο ίδιο σημείο, απ’ όπου ξεκίνησες.
Την προσοχή μου, επίσης, τράβηξαν εξαρχής τα λιθόστρωτα, που είναι, ίσως, περισσότερα απ’ τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους στο κέντρο της πόλης. Καμωμένα ,ε πέτρες διάφορων χρωμάτων και διανθισμένα με σχήματα ποικίλα, συγκρατείς κυρίως απ’ αυτά όσα παρουσιάζουν όπλα από ιππότες του Μεσαίωνα. Είχα αναζωογονηθεί  και σχεδόν ξεχάσει τη μοναξιά μου.
Τακτοποίησα κάπως τα πράγματά μου στο δωμάτιο του F.E.C., κατέβηκα και κατευθύνθηκα προς την Cathédrale, τον περίφημο Καθεδρικό Ναό του Στρασβούργου, εκατό, ίσως και πιο λίγα μέτρα από το φουαγιέ, όπου είχα εγκατασταθεί.
Νύχτωνε πια και τα φώτα που περιβάλλουν το Ναό από παντού είχαν ανάψει και όλον αυτόν τον πέτρινο όγκο τον είχαν χρονικά αποπλανήσει, δηλαδή ανάλαφρα παρασύρει από τη φθινοπωρινή νύχτα του 1979 προς το αγαπημένο παρελθόν. Απέναντι από την κεντρική πύλη ήλθε και στάθηκε ένα κορίτσι ως είκοσι χρονών και ξέσπασε ξαφνικά με το τραγούδι του, άσμα μεσαιωνικό, σαν ο λυγμός της νοσταλγίας του Ναού. Μαγεμένος περπάτησα ως την Place Gutenberg, όπου ο πιο φανατικός της γραφής δοξάζεται μέσα στη γραφικότητα, και πιο πέρα ως την κεντρική πλατεία, την Place Kléber, με πολύ ενοχλημένο βλέμμα περιεργάστηκα για λίγο την στρασβουργική νεολαία, που είχε αράξει τις μοτοσυκλέτες της πάνω στην πλατεία, έτρωγε χάμπουργκερ και έπινε μπύρες.
Γύρισα σαν κυνηγημένος πίσω στη γειτονιά της Cathédrale, στο δωμάτιό μου, ίδιο με κελί καθολικού μοναχού, και κοιμήθηκα γλυκά. Κι ας ήταν αυτή η πρώτη μου νύχτα στην ξένη πόλη.
Η επόμενη εβδομάδα κύλησε μέσα σε μια μαγεία. Οι βόλτες μου στην Petite France, την πιο γραφική, ασφαλώς, συνοικία του Στρασβούργου, στο πάρκο της Orangerie, όπου λέγεται πως διέτριβε τα καλοκαίρια η Ιωσηφίνα, αλλά και σε περιοχές όπως αυτή του Συμβουλίου της Ευρώπης, συνάντησα τα ίδια ευχάριστα ξαφνιάσματα που συνοδεύουν τις περιηγήσεις ενός τουρίστα.
Ψυχολογικά, η τουριστική μου διάθεση απέναντι στο Στρασβούργο κράτησε αρκετά. Αυτή, εξάλλου πρέπει να υπήρξε και η βασική αιτία που δυο περίπου μήνες μετά την άφιξή μου, όταν έφτασε θετική η απάντηση για την εγγραφή μου στη Σορβόννη, αρνήθηκα να εγκαταλείψω το Στρασβούργο.
Καθώς, όμως, η τουριστική περίοδος για μένα έφτανε πρακτικά στο τέλος της, αφού σιγά σιγά γινόμουν κανονικός κάτοικος, με κάρτες διαμονής και φοιτήσεως, άρχισε η μαγεία να υποχωρεί, να χάνεται. Και όχι μόνον αυτό. Κάποια στιγμή, ύστερα από αρκετό καιρό διαμονής -ευτυχώς, έξω από το κέντρο, στην Esplanade, κοντά στο Πανεπιστήμιο, όπου οι νόμοι της γραφικότητας δεν έχουν ισχύ- ένιωσα ότι απέναντι σ’ αυτή τη γραφική ομορφιά μ’ έπιανε αληθινό άγχος. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Ένιωθα όμως ότι πνιγόμουν. Κάθε φορά, μάλιστα, που κατέβαινα στο κέντρο, στην Petite France ή στην Orangerie, στενοχωριόμουν πιο πολύ, καταλάβαινα να υποφέρω. Ο φίλος μου ο Κώστας, στον οποίο έχω μιλήσει γι’ αυτό και ο οποίος έχει επισκεφτεί το Στρασβούργο, το βρίσκει παράλογο. Το αποδίδει απλώς στο γεγονός του ξενιτεμού, καθώς και στην αγωνία μου για την έκβαση των σπουδών μου. Δεν είναι απολύτως εσφαλμένη η εκτίμησή του. Υπέφερα πραγματικά από νοσταλγία και κουράστηκα πολύ από τις σκληρότατες απαιτήσεις των σπουδών. Το άγχος, ωστόσο, που ένιωθα για την πόλη του Στρασβούργου ήταν άλλης μορφής. Χωρίς δισταγμό θα έλεγα σήμερα ότι ήταν αισθητικής προέλευσης. Κι αυτό με βοήθησε να το αντιληφθώ αργότερα μια σχετική παρατήρηση του Σεφέρη σ’ ένα από τα γράμματά του στην Μαρώ.
Με ημερομηνία αποστολής την Πρωτομαγιά του 1957, μεταξύ άλλων, της γράφει : «Στο Στρασβούργο η καθεδράλη σε μια πατίνα ροζ, σπίτια που μένουν εκεί ανάλλαχτα από τον 16ο αιώνα -χτες καθώς πιάσαμε τις όχθες του Ρήνου τα συλλογιζόμουνα όλα αυτά κοιτάζοντας και λογαριάζοντας πόσο θα έπληττα αν ήταν να σκεφτώ μια ζωή κάπως οριστική σ’ αυτά τα μέρη που είναι τρομερά γραφικά και δεν μου προσφέρουν πια τίποτε».
Και πιο κάτω, στην ίδια επιστολή, γράφει : «Έλεγα χτες στον Αβέρωφ πως ένας χρόνος στην Ύδρα θα ήταν για μένα θείο δώρο -ένας χρόνος στο Στρασβούργο θα ήταν μία καταδίκη».
Μέσα σε λίγες μέρες, σε λίγες ώρες ο Σεφέρης συνέλαβε την αντίφαση : η συνείδηση του ποιητή δεν είναι για τη γραφικότητα, αλλά για τη γραφή, δεν είναι για τη δεδομένη, την ισοπεδωμένη ομορφιά, αλλά για τη δραματική ομορφιά, για την ομορφιά που αντιστέκεται.
Η ψυχή του ποιητή επιθυμεί την έκρηξη, την εκτίναξη, ένα χαμηλό μέρος, γεμάτο ανισότητα, ανομοιομορφία, για να τιναχτεί ψηλά. Αλλιώς, νιώθει την πιο μεγάλη ασφυξία.
Ομολογώ πως έχω αδικήσει το Στρασβούργο. Έχουν περάσει οχτώ ολόκληρα χρόνια από τότε που έφυγα, ύστερα από τρία χρόνια διαμονής μου εκεί -τρεις καταδίκες σύμφωνα με τον Σεφέρη- και ούτε μια φορά δε νοστάλγησα αληθινά να επιστρέψω.
Διαβάζω όλα τα γράμματα που έστειλα τα τρία αυτά χρόνια στους γονείς μου και τη σημερινή γυναίκα μου, την Τασούλα, και ούτε μια ουσιαστική αναφορά στην πόλη του Στρασβούργου δεν βρίσκω.
Στη μοναδική αναφορά που κάνω γι’ αυτήν σε ποίημά μου, λέω ότι «αυτή η πολιτεία γέμισε γέρους, αστυφύλακες, ύπουλα σκυλιά». Ο φίλος μου ο Βασίλης, συμφοιτητής μου στο Στρασβούργο, μου είχε παρατηρήσει τότε ότι εξεπλάγη πολύ από τους στίχους αυτούς, ότι εκείνος ποτέ δεν είχε δει έτσι το Στρασβούργο. Εγώ αναρωτιέμαι ακόμη και σήμερα τι μου έφταιγαν τα σκυλιά και τα αποκάλεσα έτσι, ύπουλα.
Θα με δάγκωνε, φαίνεται, η ύπουλη γραφικότητα της πόλης και ξεθύμανα στα, ούτως ή άλλως, άδολα σκυλιά.

~Βαγγέλης Απ. Κάσσος~

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παλαιότερες Αναρτήσεις