Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

ο παππούς μου ο Βαγγέλης

Δεκαετία του '70, στο χωριό καταγωγής των γονιών μου, ο παππούς μου ο Βαγγέλης, ένας συμπαθέστατος γεροντάκος, κοντούλης, αδύνατος, ηλιοκαμένος, με μια τραγιάσκα της εποχής μονίμως στο κεφάλι, πάει στο καφενείο-υποτυπώδες παντοπωλείο του ανιψιού του, του μπαρμπα-Θανάση και ζητάει 1 κιλό ζάχαρη. Τον εξυπηρετεί ο Βασίλης, 2ος μου ξάδελφος, μπακαλόγατος τότε και Οδοντογιατρός σήμερα. Παίρνει τη σέσουλα, βάζει κάμποση ζάχαρη στη χαρτοσακούλα, στη συνέχεια την τοποθετεί πάνω στη ζυγαριά με τα δράμια. Η σακούλα γέρνει προς τα κάτω κι ο Βασίλης με τη σέσουλα αφαιρεί σιγά σιγά ποσότητα ζάχαρης, ώσπου να ισορροπήσει η ζυγαριά. Οπότε, ακούει τον παππού μου να του λέει διαμαρτυρόμενος : «Βασιλάκη, στο ‘χω πει κι άλλες φορές, μου σπαράζεις την καρδιά μ’ αυτό που κάνεις, καλύτερα να βάζεις λιγότερη ζάχαρη και να σε βλέπω να προσθέτεις μετά με τη σέσουλα, παρά να σε βλέπω να αφαιρείς…»
ΥΓ : Ο παππούς μου τελικά, προδόθηκε στα 67 του απ’ την καρδιά του, όχι εξ αιτίας του Βασίλη βέβαια… μια ηλιόλουστη μαγιάτικη μέρα, τον βρήκαν ξαπλωμένο, λες κι είχε γείρει να αποκοιμηθεί, πάνω στο παχύ χορτάρι, δίπλα στην τουλούμπα, στην άκρη του οικοπέδου του σπιτιού του. Δεν βασανίστηκε, έσβησε ήσυχα, όπως ήσυχα ζούσε πάντα, δαμάζοντας την χέρσα γη για να μεγαλώσει τα σπαρτά του… Ζηλεύω τον τόσο ήσυχο αυτό θάνατό του


~Θωμάς Απ. Κάσσος~

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παλαιότερες Αναρτήσεις