Αφιερωμένο
στον αγαπημένο μου φίλο
Αλέξανδρο Παγιατάκη
που υπήρξε και η αφορμή
που υπήρξε και η αφορμή
για τούτη την ιστοριούλα
Πάω κατά τη μία
και κάτι, μεσημέρι Τρίτης, προς το ΙΚΕΑ, έξω από τη Λάρισα, να αγοράσω δυο ψησταριές
για λογαριασμό καρδιακού φίλου από τα παλιά, από το νησί των Φαιάκων. Τη μια
την ήθελε για κείνον, τη δεύτερη για γαμήλιο δώρο σε φίλο του, όπως μου
εξήγησε. Στη διαδρομή, πιάνει μια καλή βροχή, που ώσπου να φτάσω στο -ουδόλως
συμπαθές σε μένα, καθόσον σε σεργιανάει, ως πρόβατο, σ’ όλο το μαγαζί, ακόμα κι
αν πας ν’ αγοράσεις ένα κοχλιάριο- ΙΚΕΑ, σταματάει. Μπόρα, ήταν, σκέφτηκα και,
παίρνοντας ανάσα βαθειά, μπαίνω στο κατάστημα - θεριό.
Συνεννοούμαι,
ευτυχώς, με την κοπέλα στη ρεσεψιόν, κι αφού της εξηγώ τι ακριβώς θέλω, μιλάει
τηλεφωνικά με κάποιον Χρήστο και με
κατευθύνει να τον συναντήσω, αφού παρακάμψω, λέει, τα ταμεία, στο βάθος –σε
πόσο βάθος δεν μου εξήγησε-. Ακολουθώ πιστά τις οδηγίες της, Χρήστο δεν βλέπω,
ρωτώ κάποιον διερχόμενο λεβέντη, απ’ αυτούς με τη στολή του καταστήματος και τα
καρτελάκια στο στήθος, υποψιάζεται ποιον Χρήστο αναζητώ, και με βοηθάει όντως
να τον ανακαλύψω. Αμίλητος σχεδόν ετούτος, προχωράει σ’ έναν διάδρομο, τον
ακολουθώ κατά πόδας εγώ, βουτάει ένα τεράστιο καρότσι, κατεβάζει δυο ευμεγέθεις
-όχι ως προς το ύψος, αλλά το μήκος- κούτες, μου τις παραδίδει, είναι οι βάσεις
απ' τις ψησταριές, μου λέει... θα πάτε στο ταμείο, σπάει επιτέλους τη σιωπή του
ο Χρήστος, κι αφού πληρώσετε, θα μεταβείτε προς τα δεξιά στο βάθος –βάθος ακούω
πάλι και δεν μου πολυαρέσει- εκεί που γράφει "παράδοση μεγάλων
αντικειμένων", απ’ όπου και θα παραλάβετε κι άλλες δύο κούτες, απ' τις
ψησταριές. Πηγαίνοντας προς το ταμείο, πέφτει το μάτι μου σε μια εξάδα όμορφα
πλαστικά ποτηράκια –να, αυτά είναι που θέλω να αποφεύγω-, ενέδωσα και τα πήρα,
πήρα κι ένα σετ με δέκα μπαταρίες μικρού μεγέθους, σε τιμή 1,99 -ούτε καν 2- €.
Παίρνω εύκολα σειρά στο ταμείο, γίνομαι και "μέλος" της σουηδικής
επιχείρησης (ακόμα να μου στείλει μήνυμα ο ιδιοκτήτης να με καλωσορίσει),
προμηθεύομαι τη σχετική καρτούλα -καμάρι εγώ για την απρόσμενη τιμή…-, πληρώνω
σε μετρητά κάτι λιγότερο από 5 € για τις χαζομαρούλες που πήρα για μένα, και με
την κάρτα τα 398 € για τις δυο ψησταριές και κατευθύνομαι για την παραλαβή των "μεγάλων
αντικειμένων". Δίνω τις αποδείξεις μου στην ευγενική υπάλληλο, δίνει με τη
σειρά της "εντολή" μέσω του Η/Υ της να φέρουν από την αποθήκη τα
ζητούμενα, αρνούμαι κι εγώ ευγενικά την πρότασή της -όχι για καφέ...- να μου τα
μεταφέρουν δωρεάν κατ' οίκον, κρατώντας και μια επιφύλαξη ως προς το τι
πρόκειται να παραλάβω, τρομαγμένος από τον όγκο των δυο βάσεων, που δεν τις
είχα καν υπολογίσει από πριν...
Χαζεύω έναν
γλυκούλικο, αραγμένο στο καροτσάκι του, μπόμπιρα, η μαμά του χαμογελάει με
ικανοποίηση, "nice baby" της λέω, αφού πρώτα έδειξε να μην κατανοεί
την ίδια φράση στα ελληνικά -να που χρειάστηκαν και τα κουτσογαλλικά που έμαθα,
όταν ο πατέρας μου με έσπρωχνε με το ζόρι για μεταπτυχιακά στο Στρασβούργο...
δίκιο είχες πατέρα, κάτι παραπάνω πάντα ήξερες εσύ- και επιτέλους καταφτάνουν
οι δυο κούτες. Ξαναπαίρνω μια τρομάρα από το μέγεθος -ρε Βαγγέλη, πού θα το
βάλεις όλο αυτό … που λέει και στο βίντεο κλιπ του «Πεθαίνω για σένα» της
Ελένης Ράντου-, μου θύμισαν το καθένα τους τον "γοίκο", τα προικιά δηλαδή
της θειάς μου της Βαίτσας, που κάποιος απ’ το σόι μας είχε προτρέψει -εμένα,
τον αδελφό μου και τον ξάδελφό μου, αμούστακα παιδάκια τότε- να ανέβουμε επάνω
του, προκειμένου να μας δώσουν ρεγάλο οι Βολιώτες που ήρθαν να φορτώσουν τα
προικιά της. …Προξενητάδες ήρθανε από τη
Βαβυλώνα –Βόλο-, να πάρουνε την Αρετή
–τη Βαίτσα, εν προκειμένω- πολύ μακριά
στα ξένα. Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος –ο Κωστάκης, στην
περίπτωσή μας- θέλει. Μάνα μου κι ας τη
δώσουμε την Αρετή –Βαίτσα- στα ξένα.
Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα
που πηγαίνω -αντιπρόσωπος υποδημάτων ήταν και γύριζε τα παπουτσάδικα της
μισής Ελλάδας-… κατά πώς λέει και στο
δημώδες «Του νεκρού αδελφού» …Κι έτσι τη δώσανε και τη Βαίτσα.
Ξεμπλέκω τελικά
-έτσι νόμισα δηλαδή- και κατευθύνομαι με ανακούφιση προς την έξοδο. Αυτό το
μαγαζί δεν το μπορώ, μου προκαλεί μια τάση φυγής πριν καν μπω μέσα, κάτι σαν σε
τυφλό ραντεβού, όταν διαπιστώνεις ότι την πάτησες και δεν βλέπεις την ώρα να
πιεις μονορούφι τον καφέ, να πετάξεις μια φτηνή δικαιολογία, να ψελλίσεις ένα
«χάρηκα πολύ, τα ξαναλέμε» και να μπεις στο αυτοκίνητο, να πατήσεις τέρμα γκάζι
και να φύγεις όσο μακρύτερα γίνεται, ανακουφισμένος που γλίτωσες το
βασανιστήριο.
Φευ, όμως, δεν ήταν της μοίρας μου γραφτό να ξεμπλέξω
τόσο εύκολα. Αυτή τη φορά, ήταν οι ουρανοί που λες και αποφάσισαν να παίξουν
μαζί μου. Άνοιξαν τέρμα τις στρόφιγγες, πιο τέρμα δεν έχει. Επί μια ώρα και
πλέον, να ρίχνει και να ρίχνει και σταματημό να μην έχει. Είχα βγει με το
τεράστιο καρότσι έξω, έλεγα θα κόψει όπου να ‘ναι, να πήγαινα να ‘φερνα το
αυτοκίνητο δίπλα από την είσοδο, στον ειδικό χώρο που ‘χουν προβλέψει για να
φορτώνει κανείς βαριά ή/και μεγάλα αντικείμενα. Αφού είδα ότι ο θεός βροχούλης
είχε αποφασίσει να το παίξει θεός βροχάρας, ξαναμπήκα μέσα, με όλο το τεράστιο
καρότσι με τις κούτες-«γοίκους της Βαίτσας», να μη βλέπω πού πάω, μη χτυπήσω
και καμιά γριά και την πληρώνω για καινούργια, το άφησα στη ρεσεψιονίστ να μου
το προσέχει και πήγα να πάρω έναν καφέ, να κάνω και κανένα τσιγάρο, μιας και
δεν έβλεπα να φεύγω σύντομα από κει.
Πήγα λοιπόν στο
μπαρ που έχουνε εκεί μέσα, ξεπρόβαλε πρόθυμα μια κυρία, συμπαθητική
φυσιογνωμία, της ζήτησα έναν φρέντο καπουτσίνο, αχ μου λέει, λυπάμαι, δεν
κάνουμε τέτοιο καφέ, αν θέλετε κάποιον άλλο ή αν θέλετε να κάνουμε έναν ζεστό
καπουτσίνο και να σας βάλω παγάκια μέσα, ωραία της απαντάω, ας το κάνουμε έτσι.
Θα σας βάλω μεγάλο κυπελάκι, ώστε να χωρέσουν και τα παγάκια, άψογα, της
απαντάω, πόσα οφείλω ; Ένα ευρώ, μου
λέει, φτηνά τον έχετε, σχολιάζω εγώ χαμογελώντας. Χαμογελάει και κείνη, ελάτε
μαζί μου, μου λέει, βγαίνει από τον χώρο της, πάει προς στα αυτόματα
μηχανήματα, σταματάει, αχ, βγάζει πάλι μια μικρή κραυγή, παγώνω εγώ, τι της
έκανα, αναρωτιέμαι, αχ, δεν δουλεύει το μηχάνημα του καπουτσίνο, το ξέχασα, σας
ζητάω συγγνώμη, λέει ξανά εκείνη. Αχ, της κάνω κι εγώ με τη σειρά μου, δεν με
βλέπω να πίνω καφέ από τα χεράκια σας σήμερα, χαμογελάει σχεδόν αυτάρεσκα
εκείνη, δεν πειράζει, κάντε μου έναν φραπέ, αν και έχω να πιω τέτοιον πάνω από
είκοσι χρόνια, καταλήγω εγώ, ξαναχαμογελάει η κυρία, κι ενώ ετοιμάζει με έκδηλη
προθυμία τον φραπέ, της έρχεται ιδέα «να σας δώσω πίσω το ένα ευρώ που
πληρώσατε, μιας και τελικά δεν είχαμε τον καφέ που θέλατε, δικό μου ήταν το
λάθος άλλωστε», όχι, όχι, δεν πειράζει, κυρία μου, δεν θα ήταν σωστό να
επιβαρυνθείτε το κόστος εσείς, άλλωστε βρήκαμε τη λύση ως προς τον καφέ,
απαντάω μεγαλόθυμα εγώ, μα, επιμένω, άλλωστε θα το κλείσω ως λάθος, δεν θα το επιβαρυνθώ εγώ, κάνει εκείνη, όχι,
κι εγώ επιμένω, πιείτε έναν καφέ στην υγειά μου, τελειώνω τη μικρή μας διαμάχη
εγώ. Μου τον δίνει χαμογελώντας, καπάκι δεν παίρνει αυτό το κυπελάκι,
αναρωτιέμαι εγώ, αχ ναι, παίρνει, αλλά δεν έχουμε, μας έχουν τελειώσει, κάνει
εκείνη και ξανασκάει χαμόγελο. Σοβαρεύω ξαφνικά, σκύβω προς το μέρος της,
κοιτάζοντας να διακρίνω το όνομά της πάνω στο καρφιτσωμένο στη μπλούζα της
καρτελάκι. Και πώς είναι το όνομά σας, κυρία μου, τη ρωτάω και συγχρόνως και
διαβάζω, αλλά και ακούω «Μαρία» να μου απαντάει. Λοιπόν, Μαρία, θα ξανάρθω
οπωσδήποτε, κάνετε υπέροχο καφέ… και κείνη λύνεται στα γέλια.
Γυρίζω στη
ρεσεψιόν, ευχαριστώ τη χοντρούλα που ήταν εφτά μέτρα μακριά από τη θέση της,
που μου «πρόσεχε» όσο έλειπα τα πράγματά μου –και ποιος άκουγε το φίλο μου τον
Αλέκο, πρώτον για τα 398 ευρώ, αλλά και που ήταν και τα τελευταία κομμάτια που
διέθετε το ΙΚΕΑ ανά την Ελλάδα, όπως το είχε τσεκάρει από το διαδίκτυο- και
κατευθύνομαι και πάλι προς την έξοδο.
Η βροχή, αδιάφορη
παντελώς για την κοπιώδη προσπάθειά μου να εξασφαλίσω τον πολυπόθητο καφέ,
συνεπέστατη όμως στο πείσμα της να μην με αφήσει να φύγω, συνέχιζε το έργο της,
όπως ακριβώς και πριν μου έρθει η επιθυμία για καφέ και διακόψω να την
παρακολουθώ, σα χορευτής που αν ο πιανίστας δεν χτυπήσει με δύναμη την
τελευταία νότα στο πιάνο, δεν διακόπτει το στροβίλισμά του πάνω στη σκηνή.
Δοκιμάζω να βγω έξω, μα ο αέρας
έφερνε τη βροχή μέχρι την έξοδο, παρόλο το μεγάλο στέγαστρο των τεσσάρων
περίπου μέτρων. Ξαναμπαίνω μέσα, στο χώρο ανάμεσα στις διπλές αυτόματες
συρόμενες κρυστάλλινες πόρτες, με πλησιάζει ένας νεαρός, μου ζητάει ένα
τσιγάρο, τα έχω αφήσει στο αυτοκίνητο, μου λέει, να σου δώσω τσιγάρο, αν μου
δώσεις και συ φωτιά, που κι εγώ την άφησα στο αυτοκίνητο, του απαντάω. Κάναμε
τη δίκαια ανταλλαγή, δεν είσαι Λαρισαίος, παρατηρεί εκείνος, με βεβαιότητα. Πώς
σου προέκυψε αυτό, τον ρωτάω, ε, κάτι ξέρω κι εγώ, κάνει εκείνος όλο καμάρι.
Ωραία, πες μου πώς το συμπέρανες, του λέω, και θα σου πω αν είμαι ή όχι, δεν
έχεις το αξάν, αποφαίνεται τελικά. Κι όμως, είμαι γέννημα θρέμμα Καρδιτσιώτης,
και δημότης Λάρισας τα τελευταία είκοσι σχεδόν χρόνια, του απαντάω. Δεν μπορεί,
κάπου αλλού θα έζησες, αντιδράει εκείνος, ναι, έζησα και Αθήνα σχεδόν πέντε
χρόνια, ως φοιτητής, άλλα δυό στο Στρασβούργο ως μεταπτυχιακός φοιτητής και
εννιά χρόνια στην Κέρκυρα, ως εργαζόμενος, μην σου βάλω κι όπου έκανα φαντάρος,
καταλήγω εγώ. Καπνίσαμε τα τσιγάρα μας, είπαμε κι άλλα, του πρότεινα και
δεύτερο, αρνήθηκε, η βροχή και κάτι γριούλες μας παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον,
οι δεύτερες έκαναν τις αδιάφορες μόλις τις κοίταξα, η πρώτη συνέχισε
ξεδιάντροπα να κατακλύζει το σύμπαν.
Μέσα σ’ όλα αυτά,
να έχω και την -ας την πούμε- Αστάρτη, να μου στέλνει μηνύματα στο Φέισμπουκ,
αχ τι ωραία που είναι η βροχή, βρε έχω κολλήσει στο ΙΚΕΑ με κάτι θεόρατες
κούτες, να της απαντάω, βγες και περπάτησε στη βροχή να δεις τι ωραία που θα
‘ναι, εγώ δεν μπορώ, είμαι στη δουλειά, αλλιώς θα το έκανα, να επιμένει εκείνη. Αυτό το πλάσμα, δώσ’ του
βροχή και φεγγάρι και πάρ’ του και την ψυχή.
Θα πέρασε μια ώρα γιομάτη, όταν οι
ουρανοί, σαν αποκαμωμένοι πια από το αιφνιδιαστικό, κοπιαστικό τους έργο,
αποφάσισαν να ανακόψουν ταχύτητα, βάλανε τις μηχανές στο ρελαντί, και το
γύρισαν σε μια μικρή ψιχάλα, έτσι για μην καταθέσουν κι εντελώς τα όπλα. Βρήκα
κι εγώ την ευκαιρία να τρέξω να φέρω το αυτοκίνητο κοντά στο μεγάλο στέγαστρο
κι εκεί αρχίζει ένα καινούργιο μαρτύριο. Να μην χωράνε οι κούτες με τίποτα. Να
‘χω ψιλομουσκέψει ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες, δοκιμάζοντας διάφορα σενάρια
μπας και πείσω αυτοκίνητο και κούτες να συνεργαστούνε, καταφέρνω βάζω τη μια
απ’ τις μεγάλες -τους “γοίκους” που λέγαμε-, τη θερμοπαρακαλάω να κάνει χώρο
για χωρέσει και η φίλη της, ζόρικη αυτή δεν συναινεί, καταφεύγω σε κάποια μορφή
βίας, τις πείθω τελικά να μοιραστούν το χώρο στα πίσω καθίσματα, αφού πρώτα με
εκβίασαν να σύρω το κάθισμα του οδηγού τέρμα μπροστά προς το τιμόνι και με την
πλάτη σε εντελώς κάθετη κλίση. Κοιτάζω τώρα τις άλλες δυό, εκείνες με τις
βάσεις που λέγαμε, μου ανταποδίδουν ένα βλέμμα όλο άρνηση να συνεργαστούν. Με
τα πολλά, κι αφού η ψιχάλα είχε ποτίσει για τα καλά την πλάτη μου και όχι μόνο,
συναίνεσε η μια να μπει στο πορτ μπαγκάζ, με τον όρο να το αφήσω ανοιχτό, είχε
και κλειστοφοβία, μιας και η άλλη, η πιο απαιτητική, δεν συμβιβαζόταν παρά στη
θέση του συνοδηγού και μόνο, της άρεσε μπροστά, να βλέπει πού την πάνε.
Παίρνω κάτι
ανάσες βαθιές, χρειάστηκε να θυμηθώ κάτι από τα κόλπα απ’ το κορίτσι λάστιχο
-εκείνο δεν είχε και κοιλιά- για να μπω και να καθήσω στη θέση του οδηγού,
θυμίζοντας κάτι σαν παστωμένη σαρδέλα και έβαλα να ξεκινήσω, με προορισμό το
σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, όπου σχεδίαζα να παραδώσω το ζόρικο φορτίο
μου, για να ταξιδέψει την επομένη για το νησί των Φαιάκων. Η κούτα-συνοδηγός
μου, απαιτεί να πηγαίνω σιγά σιγά και με τα αλάρμ αναμμένα, συν ότι ο όγκος της
με δυσκολεύει αφάνταστα στην αλλαγή ταχυτήτων.
Η βροχή δυναμώνει
μερικά κλικς, βγαίνω στην παλιά εθνική, υπάρχει μια κίνηση σχετική, ένα
περιπολικό με τον μπλε φάρο να αναβοσβήνει,
η πυροσβεστική να προσπαθεί να αποσύρει κάποιο πεσμένο δέντρο, εγώ,
περικυκλωμένος από κούτες, να μη βλέπω τίποτα πίσω μου και να πηγαίνω με ταχύτητα
χελώνας, και με τα αλάρμ αναμμένα, καταφέρνω επιτέλους να φτάσω στο σταθμό.
Παρκάρω έξω από το γραφείο με τα δέματα, βγάζω την κλειστοφοβική από το πορτ
μπαγκάζ, τη μεταφέρω ως μέσα, με κοιτάζει διερευνητικά η υπεύθυνη εκεί κυρία,
για πού πάει αυτό, με ρωτάει, για Κέρκυρα αύριο, έχω κι άλλες τρεις, της λέω με
μια δόση ενοχής, κουνάει αρνητικά το κεφάλι, ξεφυσάει τον καπνό απ’ τη ρουφηξιά
του τσιγάρου της, δεν έχω καθόλου χώρο να τα αποθηκεύσω ως αύριο, αποφαίνεται.
Σώσε με, της λέω παρακλητικά, ούτε να οδηγήσω δεν μπορώ, το αυτοκίνητό μου
είναι παστωμένο, με το ζόρι μπαίνω κι ο ίδιος μέσα. Ανένδοτη εκείνη, εξυπηρετεί
άλλους πελάτες, ρίχνει κλεφτές ματιές και σε μένα, που δεν εννοώ να φύγω,
εξάλλου θα σου στοιχίσει ο κούκος αηδόνι, επανέρχεται. Ρίχνει μια ματιά από
κοντά στην κούτα, αυτή μονάχα θα σου κοστίσει οχτώ ευρώ, πόσα κιλά είναι οι
άλλες, με ρωτάει. Πάω στο αυτοκίνητο, επιστρέφω, από δεκαεφτά οι πιο μεγάλες,
την ενημερώνω, κι ακόμα μια, ίδια με τούτη μπροστά σας. Ξαναξεφυσάει τον καπνό
της, κάνει τους υπολογισμούς της, σαράντα έξι όλες μαζί, στο είπα, δεν σε
συμφέρει, στείλ’ τες με μεταφορική, θριαμβολογεί. Τηλεφωνώ στον φίλο μου, του
εξηγώ περιληπτικά την όλη κατάσταση, πλήρωσέ τα μου λέει, στενοχωρημένος που με
ταλαιπωρεί. Η κυρία παρακολουθεί τη συνομιλία μου, καταλαβαίνει από όσα ακούει
ότι δεν θα απαλλαγεί εύκολα από μένα, κι αρχίζει ήδη να εκδίδει την απόδειξη.
Της δίνω πενηντάρικο, πιες κι ένα καφέ από τον φίλο μου, της λέω, αρνείται
αρχικά, μα ενδίδει στην επιμονή μου. Έχε χάρη που σε ξέρω, μιας κι έρχεσαι
συχνά, αλλιώς δεν θα τα κράταγα, μου λέει, την ευχαριστώ απ’ τα βάθη της
καρδιάς μου, παίρνω κι άλλες βαθιές ανάσες, νιώθω ξαλαφρωμένος, κι αποχωρώ
χωρίς να ρίξω ούτε ματιά, ειν’ η αλήθεια, πίσω μου, νιώθοντας λες και με
κοίταζαν οι κούτες με παράπονο, σαν κουταβάκια που τα παρατάς στο δάσος.
Πάω στο
αυτοκίνητο, τοποθετώ τα καθίσματα στη θέση τους, μπαίνω μέσα, κάθομαι
εξουθενωμένος, ανάβω τσιγάρο, πίνω με αδημονία δυο τρεις γουλιές καφέ, αδιαφορώ
εντελώς για το λεωφορείο που μου κορνάρει που δήθεν του κλείνω χώρο από τη
στροφή, άλλα δυο πιο πριν πώς πέρασαν και μάλιστα με άνεση, βάζω το κλειδί στη
μηχανή και ξεκινώ για το σπίτι. Στη διαδρομή, ξανακαλώ τον φίλο μου, τον
ενημερώνω πως όλα έγιναν στην εντέλεια, εκείνος δείχνει στενοχωρημένος για όλη
αυτή την ταλαιπωρία, στην οποία με υπέβαλε, του απαντώ -ειλικρινά- να μην το
σκέφτεται, ότι εφόσον ήταν για κείνον, δεν υπήρχε θέμα, μου υπόσχεται να μου
ψήσει τα εκλεκτότερα, όταν και αν ποτέ ξαναπάω στα μέρη του, του είπα πως τον
αγαπώ… και κλείσαμε.
Ακόμα να μου
στείλει εκείνο το ευχαριστήριο μήνυμα ο ιδιοκτήτης του ΙΚΕΑ, που έγινα “μέλος”
...ένας περισσότερος λόγος για μένα να μην ξαναπάω -ελπίζω ο Αλέκος να μη
ματιάσει κανένα τζάκι αυτή τη φορά- στο θεριό του.
Ξέρω, μάταια θα
με περιμένει η ευγενική “Μαρία των Αχ” να μου κάνει έναν σωστό καφέ, με καπάκι…
Λέω να μην κρατήσω την “υπόσχεσή” μου.---
Λάρισα, 10 Σεπτέμβρη 2016
Θωμάς Απ. Κάσσος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου