Άρνηση
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι.
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της..
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.
Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε την ζωή μας.• λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή
Γιώργος Σεφέρης
Ο Γιώργος ήταν κλειστό παιδί. Στις καλοκαιρινές διακοπές με την
οικογένειά του, απομονωνόταν συχνά, βρίσκοντας καταφύγιο στη θάλασσα. Νωρίς το
πρωί, θα τον έβρισκες στο περιγιάλι να περπατά ξυπόλυτος στην άμμο, δίπλα στο
κύμα. Ήταν κάτι που τον συνέπαιρνε κι έκανε το νου του να ταξιδεύει.
Ήταν ήδη στα δεκατέσσερα και, με αφορμή εκείνο το
κορίτσι, με τα γαλανά μάτια και τα ξανθά κοτσίδια, είχε αρχίσει να σκαρώνει τα
πρώτα του στιχάκια. Η καρδιά του ανέβαζε σφυγμούς, η πνοή του γινόταν πιο γοργή
κάθε που το χέρι του σκάλωνε πάνω στο άσπρο χαρτί, μη βρίσκοντας τις κατάλληλες
λέξεις. Απορροφημένος, έγραφε και ξανάγραφε τ’ όνομά της, ζωγράφιζε καρδούλες
με βελάκια, ώσπου έφτανε μεσημέρι κι έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού.
Ακουμπισμένος στο παράθυρο, έβλεπε ξανά τώρα
μπροστά του τη θάλασσα, άκουγε το κύμα της, ένιωθε το ελαφρό φύσημα του μπάτη.
Ξανάφερε στη μνήμη του το ξανθό, ωραίο εκείνο κορίτσι. Τη θυμόταν με κάθε
λεπτομέρεια, τίποτα δεν είχε σβηστεί από το νου του μετά από τόσα χρόνια. Δεν
της είχε δείξει ποτέ τις πρωτόλειες εκείνες γραφές του, ούτε της εκμυστηρεύτηκε
ποτέ τον κρυφό του έρωτα. Ντρεπόταν. Ακόμα, όμως, τα είχε όλα φυλαγμένα. Πού να
βρισκόταν τώρα άραγε, τι δρόμο να είχε ακολουθήσει στη ζωή της ; Ίσως κάτι
καλύτερο να της επεφύλασσε η δική της μοίρα, απ’ ό,τι εκεινού.
Το ξαφνικό πετάρισμα ενός περιστεριού στο διπλανό
μπαλκόνι διέκοψε τις σκέψεις του και τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Κοίταξε
το ρολόι του. Ήταν ώρα να φύγει, έπρεπε να συναντηθεί με τον επιβλέποντα
καθηγητή του στη Νομική Σχολή της Σορβόννης, να συζητήσουν για το διδακτορικό
του. Στη σκέψη και μόνο, η διάθεσή του έπεσε. Εκείνος λάτρευε με πάθος τη
λογοτεχνία, ο πατέρας του, όμως, του είχε επιβάλει τις νομικές σπουδές. Εκεί στο
Παρίσι ένιωθε σα χαμένος στην έρημο, όπου με λιγοστό γλυφό νερό πάλευε να σβήσει τη δίψα του.
Τακτοποίησε τα γραπτά του στην τσάντα και άνοιξε βαρύθυμα την πόρτα. Κλειδώνοντας, μια σκέψη άρχισε να γυρίζει σαν ανεμοστρόβιλος στο μυαλό του... "λάθος δρόμο πήραμε, Γιώργο... πρέπει ν' αλλάξουμε ζωή".
Τακτοποίησε τα γραπτά του στην τσάντα και άνοιξε βαρύθυμα την πόρτα. Κλειδώνοντας, μια σκέψη άρχισε να γυρίζει σαν ανεμοστρόβιλος στο μυαλό του... "λάθος δρόμο πήραμε, Γιώργο... πρέπει ν' αλλάξουμε ζωή".
Διασκευή, στο πλαίσιο άσκησης μαθήματος "Δημιουργικής Γραφής",
χρησιμοποιώντας όλες τις λέξεις του ποιήματος,
με κάποια στοιχεία απ' τη ζωή του ποιητή
~Θωμάς Απ. Κάσσος~ (2016)
χρησιμοποιώντας όλες τις λέξεις του ποιήματος,
με κάποια στοιχεία απ' τη ζωή του ποιητή
~Θωμάς Απ. Κάσσος~ (2016)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου