Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

Οι άντρες είναι (τόσο) ηλίθιοι ;

Ανατρέχοντας στο διαδίκτυο, θα βρει κανείς ότι κάποιες, κατά καιρούς, έρευνες αποφάνθηκαν περί της ηλιθιότητας των αντρών. Θα βρει επίσης κάποιους να διατείνονται ότι το μυαλό των αντρών στην αρχή βρίσκεται στο κάτω κεφάλι… και με τα χρόνια ανεβαίνει προς το επάνω (σε μερικούς δεν φτάνει και ποτέ, θα συμπλήρωνα ...).
Όχι ότι δεν υπάρχουν ηλίθιες γυναίκες, αλίμονο. Απλώς, οι γυναίκες συγκαλύπτουν εν πολλοίς αυτή τους την ιδιότητα με μια άλλη, την πονηριά.
Σε τούτες τις σκέψεις καταλήγει κανείς αν παρατηρήσει κάποια «φαινόμενα», ακόμα και στο Facebook : οτιδήποτε αναρτήσει μια γυναίκα, ακόμα κι ένα «αψού», θα πέσουν αμέσως κάποιες δεκάδες, έως και εκατοντάδες likes (οι εκατοντάδες είναι σε άμεση συνάρτηση με το αν η όποια κυρία είναι είτε ευειδής, είτε/και καλλίπυγος…), κυρίως από άντρες, τους λεγόμενους φουστανάκηδες (για να μην χρησιμοποιήσουμε την πιο διαδεδομένη λέξη που αρχίζει από μου…). Την ίδια ανάρτηση αν κάνει ένας άντρας, ζήτημα είναι αν θα προσελκύσει 3-4 likes…
Κάποιοι δε εξ αυτών θα γράψουν κι ένα σχόλιο (για να τους προσέξει και η κυρία…), το οποίο, συνήθως, θα είναι κάποια εξυπνο-ανοησία και μάλιστα ανορθογραφημένη…
Μια άλλη περίπτωση αφορά τις φωτογραφίες… Αν όντως πρόκειται για μια όμορφη παρουσία, τα likes και τα σχόλια, τύπου «Θεά είσαι!!!» πέφτουν σύννεφο απ’ τον αντρικό πληθυσμό. Κι ως εδώ, πάει κι έρχεται… Εκεί που τραβάς τα μαλλιά σου (αν και όπου έχεις…) είναι όταν το ίδιο συμβαίνει με κάτι κυρίες, που θα απορούν κι οι ίδιες με το σουξέ τους… καθόσον έξω όταν κυκλοφορούν ούτε αρσενική γάτα δεν γυρίζει να τις κοιτάξει. Υπάρχουν ακόμα και οι περιπτώσεις γυναικών, που ο αμείλικτα πανδαμάτωρ χρόνος κατασπάραξε την όποια νεανική ομορφιά τους, που το βλέπουν στον καθρέφτη τους (και τον μισούν), αλλά ...ω του θαύματος, στο Fb έχουν εκατοντάδες με την κάτω κεφαλή σκεπτόμενων αντρών, που δεν φείδονται θαυμασμού και ανάλογων εκφράσεων (ο Όλυμπος πλημμύρισε από Θεές του Fb…). Και βάφονται οι έρμες, και στρώνουν μπογιές τη μια πάνω στην άλλη, και τραβάνε καμιά 100αριά σέλφι, μέχρι να πετύχουν την «αυθόρμητη», για να «εισπράξουν» για πολλοστή φορά το «είσαι Θεά», να νιώσουν για λίγο καλά… και μετά… να πάνε να ποτίσουν το μαξιλάρι τους για τη χαμένη νιότη…
Κάτι ανάλογο κάνουν και οι «φίλες» της όποιας «σαν το ανάποδο γαμώτο» τέτοιας κυρίας… «Είσαι κούκλα, φιλενάδα» και τα τοιαύτα. ΑΛΛΑ, από μέσα τους λένε (ή στο στέλνουν και σε μήνυμα στο inbox) «τα χάλια σου έχεις μωρήηηη». Γι’ αυτό μίλησα πιο πάνω για τη γυναικεία πονηριά…
Κάπως έτσι κυλάει η μικρή μας εν Fb κοινωνία… Άντε και καλή Παναγιά... ουπς, πέρασε ; Καλά, καλά Χριστούγεννα.


~Θωμάς Απ. Κάσσος~

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

"Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις" : ένας "Ύμνος" - Παράταξη

1981, Στρασβούργο Γαλλίας...
Στην παρέα μας είχαμε τον Τζαζ (του το κολλήσαμε επειδή για όλα έλεγε "είναι τζαζ", αντί για "είναι οκ"), τον Νίκο απ' το Βόλο, μεταπτυχιακό φοιτητή της Φυσικής και σημερινό Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ο Τζαζ λοιπόν ήταν ο καλλιτέχνης της παρέας, μιας και ήξερε κιθάρα και συχνά πυκνά διοργανώναμε κάτι μικροτσιμπούσια μετά κιθάρας, να ξεχνάμε τον πόνο της ξενιτειάς. Ο "Ύμνος" της παρέας ήταν το "μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις", που απαραίτητα μ' αυτόν θα έκλεινε η κάθε μάζωξή μας.
Στις εκλογές του 1981 στο σύλλογο ελλήνων φοιτητών, εκλογές για το ονόρε, μιας και οι δραστηριότητες του συλλόγου ήταν ανύπαρκτες, από αντίδραση και για να διακωμωδήσουμε αυτή την ανυπαρξία, χωρίς να το πολυσκεφτούμε, δηλώσαμε συμμετοχή ως παράταξη. Δεν μας ενδιέφεραν οι κομματικές παρατάξεις, οπότε η ταμπέλα μας ποια άλλη θα ήταν, αν όχι ο "ύμνος" μας ! 

Βαγγέλης Κάσσος - Νίκος Στεφάνου - Θωμάς Κάσσος

Μερικές μέρες πριν την Κυριακή των εκλογών, διαπιστώσαμε ότι μας είχαν πάρει ήδη στο μεζέ, οπότε καθήσαμε και καταρτίσαμε πρόγραμμα σοβαρό και στη συνέλευση το παρουσιάσαμε, εκπλήσσοντας το ακροατήριο που ήταν έτοιμο να μας πάρουν στη γιούχα. Όταν άνοιξαν οι κάλπες, άκουγες "ΠΣΚ (Πανσπουδαστική)" ... "Μια Ζωή Σε Θυμάμαι Να Φεύγεις" ... ξανά "ΠΣΚ" ... ξανά "ΜΖΣΘΝΦ" και πάει λέγοντας... πού και πού έβγαινε και καμιά ψήφος της ΠΑΣΚ...
Τελικά αποτελέσματα : χάσαμε για ΜΙΑ ψήφο την πλειοψηφία -κι ως εκ τούτου και την Προεδρία- από την ΠΣΚ !!! Θρίαμβος !
Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις ...κι εγώ να καρτερώ


~Θωμάς Απ. Κάσσος~

Η εξωτική άγνωστη


Δεν ξέρω γιατί, μα τελευταία πιάνω το νου μου συχνά πυκνά να πηγαίνει πίσω στο χρόνο, στην εποχή που έζησα στο Στρασβούργο. Πιθανόν αυτή η πόλη να με σημάδεψε, παρόλη τη σχετικά μικρή χρονικά -2,5 χρόνια- παραμονή μου σ’ αυτήν.
Μια απ’ τις πιο περίεργες, μα συνάμα τόσο γλυκές, αναμνήσεις ήρθε τούτη την κρύα νύχτα να θρονιαστεί στη σκέψη μου. Μόλις προ ολίγου έτυχε να διαβάσω την εισαγωγή του μυθιστορήματος "Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα" του Πασκάλ Μρυκνέρ, όπου περιέγραφε μιαν αναπάντεχη συνάντηση κάποιου, μέσα σ’ ένα λεωφορείο, με κάποια μάτια, που τον έκαναν να μην μπορεί να πάρει τα δικά του από πάνω τους. Σχεδόν αυτόματα θυμήθηκα κάτι παραπλήσιο, με κάτι άλλα μάτια, που ανήκαν σε μια εξωτική πανέμορφη μιγάδα, την οποία πρωτοείδα μέσα σ’ ένα καφέ, παραδίπλα απ’ το Κολοσσαίο -Le Colisée έγραφε στην πρόσοψη-, απ’ την τεράστια δηλαδή πολυκατοικία όπου έμενα. Εκεί σύχναζαν μόνον φοιτητές, μιας και απέναντι ακριβώς ξεκινούσε η Πανεπιστημιούπολη του Στρασβούργου, με πρώτο πρώτο το επιβλητικό κτίριο, σε σχήμα ελλειπτικό, της περίφημης Νομικής Σχολής.


Πέρασε αρκετός καιρός από την πρώτη φορά που αντίκρισα την κοπέλα εκείνη, που μάλλον πρέπει να έλκυε την καταγωγή της από κάποια απ’ τις γαλλικές αποικίες. Δεν είχα ξαναδεί μια τόσο ιδιαίτερη φυσιογνωμία, μιαν ομορφιά τόσο απλή, μα και τόσο συναρπαστική. Ελαφρά σκουρότερο δέρμα από το λευκό, μαλλί μαύρο μακρύ κι ελαφρά σπαστό, πρόσωπο που ακόμα αδυνατώ να το περιγράψω, ίσως αν είχα κάποια κλίση στη ζωγραφική να μπορούσα να προσπαθήσω ν' αποδώσω τη μορφή της.
Κάποια μέρα ξαναβρέθηκα στο ίδιο καφέ, μαζί με τον φίλο μου τον Πέτρο. Μερικά τραπέζια πιο πέρα, κι ακριβώς απέναντί μου, βρισκόταν ήδη καθισμένη η ονειρεμένη εκείνη μορφή. Μπροστά της κρατούσε ένα σχετικά μεγάλο σαν τετράδιο ζωγραφικής και κάτι έδειχνε απορροφημένη να σχεδιάζει. Κάποια στιγμή, που δεν κοίταζα προς το μέρος της, με σκουντάει ο Πέτρος «ρε συ ! Κοίτα εκεί» και μου δείχνει με τρόπο να κοιτάξω προς την κοπέλα. Κοιτάζω και… μένω άναυδος. «Εσένα δεν ζωγραφίζει ;» μου ψιθυρίζει ο Πέτρος. Ρητορική η ερώτηση, καθότι κι ο ίδιος είχα αντιληφθεί ότι με κοίταζε, έσκυβε στο τετράδιό της και σκιτσάριζε κάτι, με ξανακοίταζε, με ένα αδιόρατο χαμόγελο, ξανασκιτσάριζε… Περιττό να πω πως κάτι κρύο ένιωσα να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά μου από τη σαστιμάρα. Δεν χρειαζόταν καμιά ιδιαίτερη επιβεβαίωση ότι όντως συνέβαινε αυτό που βλέπαμε και οι δυο μας. Μετά από κάμποση ώρα, η κοπέλα μάζεψε τα πράγματά της, έριξε ένα απαλό γλυκό βλέμμα προς το μέρος μου και έφυγε. Όλη τούτη την ώρα παρέμενα σαστισμένος, μην ξέροντας τι να κάνω, πού να κοιτάξω, τι να πω, ήμουνα ακινητοποιημένος. Το να πήγαινα να της μιλήσω, αυτό κι αν ήταν αδιανόητο για μένα, μιας και δεν υπήρχε περίπτωση να βρω το θάρρος να το κάνω.
Πέρασαν μήνες πολλοί, δεν κατάφερα ούτε καν να δω τη μορφή της έστω και φευγαλέα κάπου, λες και την κατάπιε η γης. Ένα βράδυ η μικρή μας παρέα πήγε σε μια λονδρέζικη μπυραρία, στο κέντρο της πόλης. Ευχάριστο περιβάλλον, ζεστή ατμόσφαιρα απ’ το σκούρο χρώμα της ξύλινης επένδυσης και διακόσμησης που κυριαρχούσε παντού. Ο κόσμος γύρω, καθισμένος στα μεγάλα ορθογώνια ξύλινα τραπέζια, έπινε τη μπύρα του, συζητούσε με την παρέα του και τίποτα δεν με προϊδέαζε γι’ αυτό που θα συνέβαινε σε λίγο. Όντας καθισμένος με πρόσωπο προς το μέσα μέρος του μαγαζιού, ξαφνικά βλέπω να προβάλει από μια πόρτα, που προφανώς οδηγούσε σε μια πιο εσωτερική μικρότερη σάλα, η εξωτική κοπέλα, στηριζόμενη σε πατερίτσες και βοηθούμενη από την παρέα της. Έμεινα άγαλμα να την κοιτάζω και να την βλέπω να έρχεται αναγκαστικά να περάσει από δίπλα μου ακριβώς, μιας και καθόμουν δίπλα στο διάδρομο. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν μερικά μέτρα πριν φτάσει κοντά μου, μα καθώς δυσκολευόταν να κινηθεί άνετα, τα λίγα αυτά μέτρα μου φάνηκε πως πέρασαν ώρες ολόκληρες, με τα μάτια μας να μην φεύγουν του ενός από του άλλου. Φτάνοντας δίπλα μου, μου χαμογέλασε με κείνο το τόσο γλυκό, απαλό της χαμόγελο και ένα σχεδόν ψιθυριστό Salut της αποκορύφωσε το δεύτερό μου σάστισμα. Η φωνή της μου ακούστηκε αγγελική, ουράνια, μπήκε σαν σίφουνας μέσα μου, διέτρεξε όλο μου το είναι και μάλλον πρέπει να κατάφερα να ανταποδώσω το χαιρετισμό της. Με προσπέρασε, διήνυσε όλο τον διάδρομο και χάθηκε γι’ ακόμα μία φορά απ’ το οπτικό μου πεδίο. Το δικό μου σάστισμα ήρθε κι έδεσε με κείνο της μικρής μου παρέας. Ο Πέτρος έμεινε να με κοιτάζει, μ‘ ένα βλέμμα που δεν χρειαζόταν να συνοδευτεί από λόγια για να περιγράψει και τη δική του έκπληξη. Λες και ήμαστε θεατές κινηματογραφικής σκηνής, από κείνες που σε αφήνουν καθηλωμένο ή και εντυπωσιασμένο να κοιτάζεις άπνοα την οθόνη, λες και δεν ήμαστε, ή έστω εγώ, πρωταγωνιστής σε βουβή ταινία της δεκαετίας του ’50.
Το σάστισμα, όμως, δεν ήταν να τελειώσει εκεί. Μετά από μερικά λεπτά, χωρίς να έχω εικόνα προς την είσοδο, βλέπω να περνάει πάλι, αλλά με αντίθετη φορά, από δίπλα μου η προσφιλής μου οπτασία και σιγά σιγά, με τις πατερίτσες, κατευθύνθηκε προς το άνοιγμα που οδηγούσε στην εσωτερική σάλα. Μόνο που φτάνοντας εκεί, γύρισε προς τα δεξιά της και με προσεχτικές κινήσεις κάθισε στο πιάνο που υπήρχε κουρνιασμένο εκεί κι ως εκείνη τη στιγμή ούτε καν είχα προσέξει την ύπαρξή του. Άρχισε να παίζει, στην αρχή με το βλέμμα καθηλωμένο στα πλήκτρα, αλλά μετά από πολύ λίγο, ανασηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι, έστριψε προς τα δεξιά το βλέμμα της, οδηγώντας το ακριβώς επάνω μου. Το πρόσωπό της έλαμψε, το απαλό, γλυκό χαμόγελό της ξανάνθισε πάλι κι όλα αυτά, μαζί με τη γλυκιά μελωδία που έβγαινε απ’ τις χορδές του πιάνου, μου έφερναν ένα άγραφο, αλλά τόσο ξεκάθαρο μήνυμα «παίζω για σένα και μόνο». Όση ώρα εκείνη έπαιζε, δεν πήρα στιγμή το βλέμμα μου από τα δικά της μάτια, από το χαμόγελό της, απ’ το πρόσωπό της το αγγελικά εξωτικό. Τα βλέμματά μας στιγμή δεν έπαψαν να διασταυρώνονται μ’ ένα τρόπο τόσο γλυκό, τόσο βελούδινο, τόσο εκστασιαστικό, τόσο μαγνητισμένο του ενός από τον άλλο. Κάτι σαν ευτυχία είχε πλημμυρίσει απ’ άκρη σ’ άκρη τον εαυτό μου, δεν υπήρχε τίποτα γύρω μου, δεν έβλεπα τίποτα, παρά μόνον εκείνη, δεν άκουγα τίποτα, ούτε καν την καρδιά μου που χτυπούσε σαν τρελή, παρά μόνον άκουγα τον ήχο που εκείνη μου έστελνε μαγικά. Συνήθως, τα μουσικά κομμάτια διαρκούν κάτι ανάμεσα σε τρία με τέσσερα λεπτά, τούτο δω, όμως, το υπέροχο κομμάτι, τούτο δω το επίμονο βλέμμα, τούτο δω το χαμόγελο, τούτο δω το πρόσωπο όλο, θα πρέπει να κράτησαν κάτι άχρονους αιώνες.
Όμως, όπως όλα τα ωραία, έτσι κι αυτό έμελλε να τελειώσει κάποια στιγμή, η εξωτική μου άγνωστη σηκώθηκε πάλι με προσοχή, στηρίχτηκε πάλι στις πατερίτσες της, βάδισε αργά αργά και πάλι τη μικρή απόσταση που μας χώριζε, ξαναπέρασε από δίπλα μου, μου ξαναχαμογέλασε ελαφρά, αφήνοντας πάνω μου ένα αδιόρατο, ανεπαίσθητο άγγιγμα, κάτι σαν μια μικρή αλλά και συνάμα τόσο αισθαντική δόση ευτυχίας, ψιθύρισε ένα αγγελικό bonsoir και ξαναχάθηκε προς την έξοδο…
Ένιωθα τόσο γιομάτος από τη μια, μα και τόσο άσχημα που δεν τόλμησα γι’ ακόμα μια φορά να βρω τρόπο να της πω κάτι περισσότερο από ένα γεια κι ένα καληνύχτα, που δεν έμαθα καν τ’ όνομά της…
Τα ίδια συναισθήματα με κατακλύζουν κάθε που, σπάνια πια είν’ η αλήθεια, φέρνω στη μνήμη μου αυτές τις δυο σκηνές, τις δυο «συναντήσεις» μου με την κοπέλα αυτή. Η μορφή της μπορεί σιγά σιγά να γίνεται όλο και αχνότερη στη μνήμη μου, τα όσα ένιωσα τις λίγες αυτές στιγμές, όμως, ο χρόνος δεν θα καταφέρει να τα κάνει αχνότερα. Θα είναι πάντα όσο έντονα υπήρξαν όταν συνέβησαν.
Όταν δεν ζήσουμε κάτι ολοκληρωτικά, όταν η συνήθεια και η καθημερινότητα δεν το φθείρει, το αναπολούμε ως το άγγιγμα του τέλειου, του ιδανικού, που μας λυπεί που δεν το ζήσαμε ολοκληρωτικά, που δεν ρουφήξαμε αχόρταγα ως το μεδούλι τη γεύση του. Ήταν η μόνη φορά που έζησα κάτι τέτοιο, που ακόμα κι οι λέξεις αδυνατούν να το αποδώσουν σε όλη του την ένταση και με όλη του τη δύναμη. Ήταν κι η μόνη φορά, που καιρό μετά, όταν ξαναβρέθηκα στην Ελλάδα, χωρίς ενοχές, περιέγραψα το όλο συμβάν στην τότε αρραβωνιαστικιά μου, και της ομολόγησα πως αν είχε μιαν άλλη τροπή το θέμα αυτό, ίσως και να ήμουν πολύ μακριά της εκείνη τη στιγμή που της το περιέγραφα. Έδειξε να το κατανοεί, με την κατανόηση του έμπιστου φίλου, μα ποτέ δεν θα μάθω αν όντως κατάφερε και να με δικαιολογήσει για την παραδοχή μου αυτή. –

                                                                                    15 Φλεβάρη 2018
                                                                                    Θωμάς Απ. Κάσσος

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Στρασβούργο (στον κλοιό της γραφικότητας)

Θυμούμαι πάντοτε έντονα την ημέρα που έφτασα στο Στρασβούργο. Ταξιδεύοντας από το Παρίσι στο ίδιο κουπέ με το θλιμμένο ύφος ενός γάλλου φαντάρου που υπηρετούσε στο Βερολίνο και που μόλις είχε αποχαιρετήσει την αρραβωνιαστικιά του και από το Νανσύ με το υπεροπτικό ύφος ενός γερμανού καθηγητή της γαλλικής που συνόδευε ένα γκρουπ από όμορφες μαθήτριες, είχα κάθε αιτία να είμαι δύσθυμος και να μη σκέφτομαι άλλο από την κούρασή μου, αυξημένη ήδη κατά πολύ από την αγωνία του μοναχικού ταξιδιού σ’ έναν ξένο και άγνωστο τόπο.
Όταν κατέβηκα, λοιπόν, στο  σταθμό του Στρασβούργου ένιωθα περίπου εξουθενωμένος. Απροειδοποίητος εντελώς για τη φυσιογνωμία της πόλης, καθώς το ταξί που με μετέφερε στο F(oyer) dE(tudiant) C(atholique), όπου επρόκειτο να μείνω προσωρινά, πέρασε από το κέντρο της πόλης, ένα αληθινό σοκ με περίμενε, ένας καταιγισμός ομορφιάς, που με συνέφερε πάραυτα και από την κούραση και από τη δυσθυμία.
Ούτε η γοητεία του Παρισιού που υπήρχε ακόμη μέσα μου νωπή δεν άρκεσε, για να συγκρατήσει κάπως τον ενθουσιασμό μου για την οπτική αυτή πανδαισία. Τα πανέμορφα και ομοιόμορφα αυτά κτίσματα, σπίτια μαζί με καταστήματα, κατά την αντίληψη που είχα μόλις πριν, μόνο σκηνικό ταινίας που αναφέρεται στον Μεσαίωνα ή μάλλον στην Αναγέννηση θα μπορούσαν να είναι. Έπειτα, το ποτάμι, ο Ελ, που γυροφέρνει παντού μέσα στην πόλη, σαν να έχασε το δρόμο του, με τα παρτέρια του στις όχθες, σ’ όλο το μήκος, και με την ομοιομορφία των κτισμάτων γύρω, να εντείνει μέσα σου την πεποίθηση ότι, όπου κι αν σταθείς στο κέντρο του Στρασβούργου, βγαίνεις πάντοτε στο ίδιο σημείο, απ’ όπου ξεκίνησες.
Την προσοχή μου, επίσης, τράβηξαν εξαρχής τα λιθόστρωτα, που είναι, ίσως, περισσότερα απ’ τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους στο κέντρο της πόλης. Καμωμένα ,ε πέτρες διάφορων χρωμάτων και διανθισμένα με σχήματα ποικίλα, συγκρατείς κυρίως απ’ αυτά όσα παρουσιάζουν όπλα από ιππότες του Μεσαίωνα. Είχα αναζωογονηθεί  και σχεδόν ξεχάσει τη μοναξιά μου.
Τακτοποίησα κάπως τα πράγματά μου στο δωμάτιο του F.E.C., κατέβηκα και κατευθύνθηκα προς την Cathédrale, τον περίφημο Καθεδρικό Ναό του Στρασβούργου, εκατό, ίσως και πιο λίγα μέτρα από το φουαγιέ, όπου είχα εγκατασταθεί.
Νύχτωνε πια και τα φώτα που περιβάλλουν το Ναό από παντού είχαν ανάψει και όλον αυτόν τον πέτρινο όγκο τον είχαν χρονικά αποπλανήσει, δηλαδή ανάλαφρα παρασύρει από τη φθινοπωρινή νύχτα του 1979 προς το αγαπημένο παρελθόν. Απέναντι από την κεντρική πύλη ήλθε και στάθηκε ένα κορίτσι ως είκοσι χρονών και ξέσπασε ξαφνικά με το τραγούδι του, άσμα μεσαιωνικό, σαν ο λυγμός της νοσταλγίας του Ναού. Μαγεμένος περπάτησα ως την Place Gutenberg, όπου ο πιο φανατικός της γραφής δοξάζεται μέσα στη γραφικότητα, και πιο πέρα ως την κεντρική πλατεία, την Place Kléber, με πολύ ενοχλημένο βλέμμα περιεργάστηκα για λίγο την στρασβουργική νεολαία, που είχε αράξει τις μοτοσυκλέτες της πάνω στην πλατεία, έτρωγε χάμπουργκερ και έπινε μπύρες.
Γύρισα σαν κυνηγημένος πίσω στη γειτονιά της Cathédrale, στο δωμάτιό μου, ίδιο με κελί καθολικού μοναχού, και κοιμήθηκα γλυκά. Κι ας ήταν αυτή η πρώτη μου νύχτα στην ξένη πόλη.
Η επόμενη εβδομάδα κύλησε μέσα σε μια μαγεία. Οι βόλτες μου στην Petite France, την πιο γραφική, ασφαλώς, συνοικία του Στρασβούργου, στο πάρκο της Orangerie, όπου λέγεται πως διέτριβε τα καλοκαίρια η Ιωσηφίνα, αλλά και σε περιοχές όπως αυτή του Συμβουλίου της Ευρώπης, συνάντησα τα ίδια ευχάριστα ξαφνιάσματα που συνοδεύουν τις περιηγήσεις ενός τουρίστα.
Ψυχολογικά, η τουριστική μου διάθεση απέναντι στο Στρασβούργο κράτησε αρκετά. Αυτή, εξάλλου πρέπει να υπήρξε και η βασική αιτία που δυο περίπου μήνες μετά την άφιξή μου, όταν έφτασε θετική η απάντηση για την εγγραφή μου στη Σορβόννη, αρνήθηκα να εγκαταλείψω το Στρασβούργο.
Καθώς, όμως, η τουριστική περίοδος για μένα έφτανε πρακτικά στο τέλος της, αφού σιγά σιγά γινόμουν κανονικός κάτοικος, με κάρτες διαμονής και φοιτήσεως, άρχισε η μαγεία να υποχωρεί, να χάνεται. Και όχι μόνον αυτό. Κάποια στιγμή, ύστερα από αρκετό καιρό διαμονής -ευτυχώς, έξω από το κέντρο, στην Esplanade, κοντά στο Πανεπιστήμιο, όπου οι νόμοι της γραφικότητας δεν έχουν ισχύ- ένιωσα ότι απέναντι σ’ αυτή τη γραφική ομορφιά μ’ έπιανε αληθινό άγχος. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Ένιωθα όμως ότι πνιγόμουν. Κάθε φορά, μάλιστα, που κατέβαινα στο κέντρο, στην Petite France ή στην Orangerie, στενοχωριόμουν πιο πολύ, καταλάβαινα να υποφέρω. Ο φίλος μου ο Κώστας, στον οποίο έχω μιλήσει γι’ αυτό και ο οποίος έχει επισκεφτεί το Στρασβούργο, το βρίσκει παράλογο. Το αποδίδει απλώς στο γεγονός του ξενιτεμού, καθώς και στην αγωνία μου για την έκβαση των σπουδών μου. Δεν είναι απολύτως εσφαλμένη η εκτίμησή του. Υπέφερα πραγματικά από νοσταλγία και κουράστηκα πολύ από τις σκληρότατες απαιτήσεις των σπουδών. Το άγχος, ωστόσο, που ένιωθα για την πόλη του Στρασβούργου ήταν άλλης μορφής. Χωρίς δισταγμό θα έλεγα σήμερα ότι ήταν αισθητικής προέλευσης. Κι αυτό με βοήθησε να το αντιληφθώ αργότερα μια σχετική παρατήρηση του Σεφέρη σ’ ένα από τα γράμματά του στην Μαρώ.
Με ημερομηνία αποστολής την Πρωτομαγιά του 1957, μεταξύ άλλων, της γράφει : «Στο Στρασβούργο η καθεδράλη σε μια πατίνα ροζ, σπίτια που μένουν εκεί ανάλλαχτα από τον 16ο αιώνα -χτες καθώς πιάσαμε τις όχθες του Ρήνου τα συλλογιζόμουνα όλα αυτά κοιτάζοντας και λογαριάζοντας πόσο θα έπληττα αν ήταν να σκεφτώ μια ζωή κάπως οριστική σ’ αυτά τα μέρη που είναι τρομερά γραφικά και δεν μου προσφέρουν πια τίποτε».
Και πιο κάτω, στην ίδια επιστολή, γράφει : «Έλεγα χτες στον Αβέρωφ πως ένας χρόνος στην Ύδρα θα ήταν για μένα θείο δώρο -ένας χρόνος στο Στρασβούργο θα ήταν μία καταδίκη».
Μέσα σε λίγες μέρες, σε λίγες ώρες ο Σεφέρης συνέλαβε την αντίφαση : η συνείδηση του ποιητή δεν είναι για τη γραφικότητα, αλλά για τη γραφή, δεν είναι για τη δεδομένη, την ισοπεδωμένη ομορφιά, αλλά για τη δραματική ομορφιά, για την ομορφιά που αντιστέκεται.
Η ψυχή του ποιητή επιθυμεί την έκρηξη, την εκτίναξη, ένα χαμηλό μέρος, γεμάτο ανισότητα, ανομοιομορφία, για να τιναχτεί ψηλά. Αλλιώς, νιώθει την πιο μεγάλη ασφυξία.
Ομολογώ πως έχω αδικήσει το Στρασβούργο. Έχουν περάσει οχτώ ολόκληρα χρόνια από τότε που έφυγα, ύστερα από τρία χρόνια διαμονής μου εκεί -τρεις καταδίκες σύμφωνα με τον Σεφέρη- και ούτε μια φορά δε νοστάλγησα αληθινά να επιστρέψω.
Διαβάζω όλα τα γράμματα που έστειλα τα τρία αυτά χρόνια στους γονείς μου και τη σημερινή γυναίκα μου, την Τασούλα, και ούτε μια ουσιαστική αναφορά στην πόλη του Στρασβούργου δεν βρίσκω.
Στη μοναδική αναφορά που κάνω γι’ αυτήν σε ποίημά μου, λέω ότι «αυτή η πολιτεία γέμισε γέρους, αστυφύλακες, ύπουλα σκυλιά». Ο φίλος μου ο Βασίλης, συμφοιτητής μου στο Στρασβούργο, μου είχε παρατηρήσει τότε ότι εξεπλάγη πολύ από τους στίχους αυτούς, ότι εκείνος ποτέ δεν είχε δει έτσι το Στρασβούργο. Εγώ αναρωτιέμαι ακόμη και σήμερα τι μου έφταιγαν τα σκυλιά και τα αποκάλεσα έτσι, ύπουλα.
Θα με δάγκωνε, φαίνεται, η ύπουλη γραφικότητα της πόλης και ξεθύμανα στα, ούτως ή άλλως, άδολα σκυλιά.

~Βαγγέλης Απ. Κάσσος~

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

ο παππούς μου ο Βαγγέλης

Δεκαετία του '70, στο χωριό καταγωγής των γονιών μου, ο παππούς μου ο Βαγγέλης, ένας συμπαθέστατος γεροντάκος, κοντούλης, αδύνατος, ηλιοκαμένος, με μια τραγιάσκα της εποχής μονίμως στο κεφάλι, πάει στο καφενείο-υποτυπώδες παντοπωλείο του ανιψιού του, του μπαρμπα-Θανάση και ζητάει 1 κιλό ζάχαρη. Τον εξυπηρετεί ο Βασίλης, 2ος μου ξάδελφος, μπακαλόγατος τότε και Οδοντογιατρός σήμερα. Παίρνει τη σέσουλα, βάζει κάμποση ζάχαρη στη χαρτοσακούλα, στη συνέχεια την τοποθετεί πάνω στη ζυγαριά με τα δράμια. Η σακούλα γέρνει προς τα κάτω κι ο Βασίλης με τη σέσουλα αφαιρεί σιγά σιγά ποσότητα ζάχαρης, ώσπου να ισορροπήσει η ζυγαριά. Οπότε, ακούει τον παππού μου να του λέει διαμαρτυρόμενος : «Βασιλάκη, στο ‘χω πει κι άλλες φορές, μου σπαράζεις την καρδιά μ’ αυτό που κάνεις, καλύτερα να βάζεις λιγότερη ζάχαρη και να σε βλέπω να προσθέτεις μετά με τη σέσουλα, παρά να σε βλέπω να αφαιρείς…»
ΥΓ : Ο παππούς μου τελικά, προδόθηκε στα 67 του απ’ την καρδιά του, όχι εξ αιτίας του Βασίλη βέβαια… μια ηλιόλουστη μαγιάτικη μέρα, τον βρήκαν ξαπλωμένο, λες κι είχε γείρει να αποκοιμηθεί, πάνω στο παχύ χορτάρι, δίπλα στην τουλούμπα, στην άκρη του οικοπέδου του σπιτιού του. Δεν βασανίστηκε, έσβησε ήσυχα, όπως ήσυχα ζούσε πάντα, δαμάζοντας την χέρσα γη για να μεγαλώσει τα σπαρτά του… Ζηλεύω τον τόσο ήσυχο αυτό θάνατό του


~Θωμάς Απ. Κάσσος~

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Είναι κεφάτος, γυρίζει απ' του Ικεόπουλου...



Αφιερωμένο
στον αγαπημένο μου φίλο
Αλέξανδρο Παγιατάκη
που υπήρξε και η αφορμή
για τούτη την ιστοριούλα


Πάω κατά τη μία και κάτι, μεσημέρι Τρίτης, προς το ΙΚΕΑ, έξω από τη Λάρισα, να αγοράσω δυο ψησταριές για λογαριασμό καρδιακού φίλου από τα παλιά, από το νησί των Φαιάκων. Τη μια την ήθελε για κείνον, τη δεύτερη για γαμήλιο δώρο σε φίλο του, όπως μου εξήγησε. Στη διαδρομή, πιάνει μια καλή βροχή, που ώσπου να φτάσω στο -ουδόλως συμπαθές σε μένα, καθόσον σε σεργιανάει, ως πρόβατο, σ’ όλο το μαγαζί, ακόμα κι αν πας ν’ αγοράσεις ένα κοχλιάριο- ΙΚΕΑ, σταματάει. Μπόρα, ήταν, σκέφτηκα και, παίρνοντας ανάσα βαθειά, μπαίνω στο κατάστημα - θεριό.
Συνεννοούμαι, ευτυχώς, με την κοπέλα στη ρεσεψιόν, κι αφού της εξηγώ τι ακριβώς θέλω, μιλάει τηλεφωνικά με  κάποιον Χρήστο και με κατευθύνει να τον συναντήσω, αφού παρακάμψω, λέει, τα ταμεία, στο βάθος –σε πόσο βάθος δεν μου εξήγησε-. Ακολουθώ πιστά τις οδηγίες της, Χρήστο δεν βλέπω, ρωτώ κάποιον διερχόμενο λεβέντη, απ’ αυτούς με τη στολή του καταστήματος και τα καρτελάκια στο στήθος, υποψιάζεται ποιον Χρήστο αναζητώ, και με βοηθάει όντως να τον ανακαλύψω. Αμίλητος σχεδόν ετούτος, προχωράει σ’ έναν διάδρομο, τον ακολουθώ κατά πόδας εγώ, βουτάει ένα τεράστιο καρότσι, κατεβάζει δυο ευμεγέθεις -όχι ως προς το ύψος, αλλά το μήκος- κούτες, μου τις παραδίδει, είναι οι βάσεις απ' τις ψησταριές, μου λέει... θα πάτε στο ταμείο, σπάει επιτέλους τη σιωπή του ο Χρήστος, κι αφού πληρώσετε, θα μεταβείτε προς τα δεξιά στο βάθος –βάθος ακούω πάλι και δεν μου πολυαρέσει- εκεί που γράφει "παράδοση μεγάλων αντικειμένων", απ’ όπου και θα παραλάβετε κι άλλες δύο κούτες, απ' τις ψησταριές. Πηγαίνοντας προς το ταμείο, πέφτει το μάτι μου σε μια εξάδα όμορφα πλαστικά ποτηράκια –να, αυτά είναι που θέλω να αποφεύγω-, ενέδωσα και τα πήρα, πήρα κι ένα σετ με δέκα μπαταρίες μικρού μεγέθους, σε τιμή 1,99 -ούτε καν 2- €. Παίρνω εύκολα σειρά στο ταμείο, γίνομαι και "μέλος" της σουηδικής επιχείρησης (ακόμα να μου στείλει μήνυμα ο ιδιοκτήτης να με καλωσορίσει), προμηθεύομαι τη σχετική καρτούλα -καμάρι εγώ για την απρόσμενη τιμή…-, πληρώνω σε μετρητά κάτι λιγότερο από 5 € για τις χαζομαρούλες που πήρα για μένα, και με την κάρτα τα 398 € για τις δυο ψησταριές και κατευθύνομαι για την παραλαβή των "μεγάλων αντικειμένων". Δίνω τις αποδείξεις μου στην ευγενική υπάλληλο, δίνει με τη σειρά της "εντολή" μέσω του Η/Υ της να φέρουν από την αποθήκη τα ζητούμενα, αρνούμαι κι εγώ ευγενικά την πρότασή της -όχι για καφέ...- να μου τα μεταφέρουν δωρεάν κατ' οίκον, κρατώντας και μια επιφύλαξη ως προς το τι πρόκειται να παραλάβω, τρομαγμένος από τον όγκο των δυο βάσεων, που δεν τις είχα καν υπολογίσει από πριν...
Χαζεύω έναν γλυκούλικο, αραγμένο στο καροτσάκι του, μπόμπιρα, η μαμά του χαμογελάει με ικανοποίηση, "nice baby" της λέω, αφού πρώτα έδειξε να μην κατανοεί την ίδια φράση στα ελληνικά -να που χρειάστηκαν και τα κουτσογαλλικά που έμαθα, όταν ο πατέρας μου με έσπρωχνε με το ζόρι για μεταπτυχιακά στο Στρασβούργο... δίκιο είχες πατέρα, κάτι παραπάνω πάντα ήξερες εσύ- και επιτέλους καταφτάνουν οι δυο κούτες. Ξαναπαίρνω μια τρομάρα από το μέγεθος -ρε Βαγγέλη, πού θα το βάλεις όλο αυτό … που λέει και στο βίντεο κλιπ του «Πεθαίνω για σένα» της Ελένης Ράντου-, μου θύμισαν το καθένα τους τον "γοίκο", τα προικιά δηλαδή της θειάς μου της Βαίτσας, που κάποιος απ’ το σόι μας είχε προτρέψει -εμένα, τον αδελφό μου και τον ξάδελφό μου, αμούστακα παιδάκια τότε- να ανέβουμε επάνω του, προκειμένου να μας δώσουν ρεγάλο οι Βολιώτες που ήρθαν να φορτώσουν τα προικιά της. …Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα –Βόλο-, να πάρουνε την Αρετή –τη Βαίτσα, εν προκειμένω- πολύ μακριά στα ξένα. Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος –ο Κωστάκης, στην περίπτωσή μας- θέλει. Μάνα μου κι ας τη δώσουμε την Αρετή –Βαίτσα- στα ξένα. Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω -αντιπρόσωπος υποδημάτων ήταν και γύριζε τα παπουτσάδικα της μισής Ελλάδας-… κατά πώς λέει και στο δημώδες «Του νεκρού αδελφού» …Κι έτσι τη δώσανε και τη Βαίτσα.
Ξεμπλέκω τελικά -έτσι νόμισα δηλαδή- και κατευθύνομαι με ανακούφιση προς την έξοδο. Αυτό το μαγαζί δεν το μπορώ, μου προκαλεί μια τάση φυγής πριν καν μπω μέσα, κάτι σαν σε τυφλό ραντεβού, όταν διαπιστώνεις ότι την πάτησες και δεν βλέπεις την ώρα να πιεις μονορούφι τον καφέ, να πετάξεις μια φτηνή δικαιολογία, να ψελλίσεις ένα «χάρηκα πολύ, τα ξαναλέμε» και να μπεις στο αυτοκίνητο, να πατήσεις τέρμα γκάζι και να φύγεις όσο μακρύτερα γίνεται, ανακουφισμένος που γλίτωσες το βασανιστήριο.
Φευ, όμως,  δεν ήταν της μοίρας μου γραφτό να ξεμπλέξω τόσο εύκολα. Αυτή τη φορά, ήταν οι ουρανοί που λες και αποφάσισαν να παίξουν μαζί μου. Άνοιξαν τέρμα τις στρόφιγγες, πιο τέρμα δεν έχει. Επί μια ώρα και πλέον, να ρίχνει και να ρίχνει και σταματημό να μην έχει. Είχα βγει με το τεράστιο καρότσι έξω, έλεγα θα κόψει όπου να ‘ναι, να πήγαινα να ‘φερνα το αυτοκίνητο δίπλα από την είσοδο, στον ειδικό χώρο που ‘χουν προβλέψει για να φορτώνει κανείς βαριά ή/και μεγάλα αντικείμενα. Αφού είδα ότι ο θεός βροχούλης είχε αποφασίσει να το παίξει θεός βροχάρας, ξαναμπήκα μέσα, με όλο το τεράστιο καρότσι με τις κούτες-«γοίκους της Βαίτσας», να μη βλέπω πού πάω, μη χτυπήσω και καμιά γριά και την πληρώνω για καινούργια, το άφησα στη ρεσεψιονίστ να μου το προσέχει και πήγα να πάρω έναν καφέ, να κάνω και κανένα τσιγάρο, μιας και δεν έβλεπα να φεύγω σύντομα από κει.
Πήγα λοιπόν στο μπαρ που έχουνε εκεί μέσα, ξεπρόβαλε πρόθυμα μια κυρία, συμπαθητική φυσιογνωμία, της ζήτησα έναν φρέντο καπουτσίνο, αχ μου λέει, λυπάμαι, δεν κάνουμε τέτοιο καφέ, αν θέλετε κάποιον άλλο ή αν θέλετε να κάνουμε έναν ζεστό καπουτσίνο και να σας βάλω παγάκια μέσα, ωραία της απαντάω, ας το κάνουμε έτσι. Θα σας βάλω μεγάλο κυπελάκι, ώστε να χωρέσουν και τα παγάκια, άψογα, της απαντάω, πόσα οφείλω ;  Ένα ευρώ, μου λέει, φτηνά τον έχετε, σχολιάζω εγώ χαμογελώντας. Χαμογελάει και κείνη, ελάτε μαζί μου, μου λέει, βγαίνει από τον χώρο της, πάει προς στα αυτόματα μηχανήματα, σταματάει, αχ, βγάζει πάλι μια μικρή κραυγή, παγώνω εγώ, τι της έκανα, αναρωτιέμαι, αχ, δεν δουλεύει το μηχάνημα του καπουτσίνο, το ξέχασα, σας ζητάω συγγνώμη, λέει ξανά εκείνη. Αχ, της κάνω κι εγώ με τη σειρά μου, δεν με βλέπω να πίνω καφέ από τα χεράκια σας σήμερα, χαμογελάει σχεδόν αυτάρεσκα εκείνη, δεν πειράζει, κάντε μου έναν φραπέ, αν και έχω να πιω τέτοιον πάνω από είκοσι χρόνια, καταλήγω εγώ, ξαναχαμογελάει η κυρία, κι ενώ ετοιμάζει με έκδηλη προθυμία τον φραπέ, της έρχεται ιδέα «να σας δώσω πίσω το ένα ευρώ που πληρώσατε, μιας και τελικά δεν είχαμε τον καφέ που θέλατε, δικό μου ήταν το λάθος άλλωστε», όχι, όχι, δεν πειράζει, κυρία μου, δεν θα ήταν σωστό να επιβαρυνθείτε το κόστος εσείς, άλλωστε βρήκαμε τη λύση ως προς τον καφέ, απαντάω μεγαλόθυμα εγώ, μα, επιμένω, άλλωστε θα το κλείσω ως λάθος,  δεν θα το επιβαρυνθώ εγώ, κάνει εκείνη, όχι, κι εγώ επιμένω, πιείτε έναν καφέ στην υγειά μου, τελειώνω τη μικρή μας διαμάχη εγώ. Μου τον δίνει χαμογελώντας, καπάκι δεν παίρνει αυτό το κυπελάκι, αναρωτιέμαι εγώ, αχ ναι, παίρνει, αλλά δεν έχουμε, μας έχουν τελειώσει, κάνει εκείνη και ξανασκάει χαμόγελο. Σοβαρεύω ξαφνικά, σκύβω προς το μέρος της, κοιτάζοντας να διακρίνω το όνομά της πάνω στο καρφιτσωμένο στη μπλούζα της καρτελάκι. Και πώς είναι το όνομά σας, κυρία μου, τη ρωτάω και συγχρόνως και διαβάζω, αλλά και ακούω «Μαρία» να μου απαντάει. Λοιπόν, Μαρία, θα ξανάρθω οπωσδήποτε, κάνετε υπέροχο καφέ… και κείνη λύνεται στα γέλια.
Γυρίζω στη ρεσεψιόν, ευχαριστώ τη χοντρούλα που ήταν εφτά μέτρα μακριά από τη θέση της, που μου «πρόσεχε» όσο έλειπα τα πράγματά μου –και ποιος άκουγε το φίλο μου τον Αλέκο, πρώτον για τα 398 ευρώ, αλλά και που ήταν και τα τελευταία κομμάτια που διέθετε το ΙΚΕΑ ανά την Ελλάδα, όπως το είχε τσεκάρει από το διαδίκτυο- και κατευθύνομαι και πάλι προς την έξοδο.
Η βροχή, αδιάφορη παντελώς για την κοπιώδη προσπάθειά μου να εξασφαλίσω τον πολυπόθητο καφέ, συνεπέστατη όμως στο πείσμα της να μην με αφήσει να φύγω, συνέχιζε το έργο της, όπως ακριβώς και πριν μου έρθει η επιθυμία για καφέ και διακόψω να την παρακολουθώ, σα χορευτής που αν ο πιανίστας δεν χτυπήσει με δύναμη την τελευταία νότα στο πιάνο, δεν διακόπτει το στροβίλισμά του πάνω στη σκηνή.
           Δοκιμάζω να βγω έξω, μα ο αέρας έφερνε τη βροχή μέχρι την έξοδο, παρόλο το μεγάλο στέγαστρο των τεσσάρων περίπου μέτρων. Ξαναμπαίνω μέσα, στο χώρο ανάμεσα στις διπλές αυτόματες συρόμενες κρυστάλλινες πόρτες, με πλησιάζει ένας νεαρός, μου ζητάει ένα τσιγάρο, τα έχω αφήσει στο αυτοκίνητο, μου λέει, να σου δώσω τσιγάρο, αν μου δώσεις και συ φωτιά, που κι εγώ την άφησα στο αυτοκίνητο, του απαντάω. Κάναμε τη δίκαια ανταλλαγή, δεν είσαι Λαρισαίος, παρατηρεί εκείνος, με βεβαιότητα. Πώς σου προέκυψε αυτό, τον ρωτάω, ε, κάτι ξέρω κι εγώ, κάνει εκείνος όλο καμάρι. Ωραία, πες μου πώς το συμπέρανες, του λέω, και θα σου πω αν είμαι ή όχι, δεν έχεις το αξάν, αποφαίνεται τελικά. Κι όμως, είμαι γέννημα θρέμμα Καρδιτσιώτης, και δημότης Λάρισας τα τελευταία είκοσι σχεδόν χρόνια, του απαντάω. Δεν μπορεί, κάπου αλλού θα έζησες, αντιδράει εκείνος, ναι, έζησα και Αθήνα σχεδόν πέντε χρόνια, ως φοιτητής, άλλα δυό στο Στρασβούργο ως μεταπτυχιακός φοιτητής και εννιά χρόνια στην Κέρκυρα, ως εργαζόμενος, μην σου βάλω κι όπου έκανα φαντάρος, καταλήγω εγώ. Καπνίσαμε τα τσιγάρα μας, είπαμε κι άλλα, του πρότεινα και δεύτερο, αρνήθηκε, η βροχή και κάτι γριούλες μας παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, οι δεύτερες έκαναν τις αδιάφορες μόλις τις κοίταξα, η πρώτη συνέχισε ξεδιάντροπα να κατακλύζει το σύμπαν.
Μέσα σ’ όλα αυτά, να έχω και την -ας την πούμε- Αστάρτη, να μου στέλνει μηνύματα στο Φέισμπουκ, αχ τι ωραία που είναι η βροχή, βρε έχω κολλήσει στο ΙΚΕΑ με κάτι θεόρατες κούτες, να της απαντάω, βγες και περπάτησε στη βροχή να δεις τι ωραία που θα ‘ναι, εγώ δεν μπορώ, είμαι στη δουλειά, αλλιώς θα το έκανα,  να επιμένει εκείνη. Αυτό το πλάσμα, δώσ’ του βροχή και φεγγάρι και πάρ’ του και την ψυχή.
Θα πέρασε μια ώρα γιομάτη, όταν οι ουρανοί, σαν αποκαμωμένοι πια από το αιφνιδιαστικό, κοπιαστικό τους έργο, αποφάσισαν να ανακόψουν ταχύτητα, βάλανε τις μηχανές στο ρελαντί, και το γύρισαν σε μια μικρή ψιχάλα, έτσι για μην καταθέσουν κι εντελώς τα όπλα. Βρήκα κι εγώ την ευκαιρία να τρέξω να φέρω το αυτοκίνητο κοντά στο μεγάλο στέγαστρο κι εκεί αρχίζει ένα καινούργιο μαρτύριο. Να μην χωράνε οι κούτες με τίποτα. Να ‘χω ψιλομουσκέψει ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες, δοκιμάζοντας διάφορα σενάρια μπας και πείσω αυτοκίνητο και κούτες να συνεργαστούνε, καταφέρνω βάζω τη μια απ’ τις μεγάλες -τους “γοίκους” που λέγαμε-, τη θερμοπαρακαλάω να κάνει χώρο για χωρέσει και η φίλη της, ζόρικη αυτή δεν συναινεί, καταφεύγω σε κάποια μορφή βίας, τις πείθω τελικά να μοιραστούν το χώρο στα πίσω καθίσματα, αφού πρώτα με εκβίασαν να σύρω το κάθισμα του οδηγού τέρμα μπροστά προς το τιμόνι και με την πλάτη σε εντελώς κάθετη κλίση. Κοιτάζω τώρα τις άλλες δυό, εκείνες με τις βάσεις που λέγαμε, μου ανταποδίδουν ένα βλέμμα όλο άρνηση να συνεργαστούν. Με τα πολλά, κι αφού η ψιχάλα είχε ποτίσει για τα καλά την πλάτη μου και όχι μόνο, συναίνεσε η μια να μπει στο πορτ μπαγκάζ, με τον όρο να το αφήσω ανοιχτό, είχε και κλειστοφοβία, μιας και η άλλη, η πιο απαιτητική, δεν συμβιβαζόταν παρά στη θέση του συνοδηγού και μόνο, της άρεσε μπροστά, να βλέπει πού την πάνε.
Παίρνω κάτι ανάσες βαθιές, χρειάστηκε να θυμηθώ κάτι από τα κόλπα απ’ το κορίτσι λάστιχο -εκείνο δεν είχε και κοιλιά- για να μπω και να καθήσω στη θέση του οδηγού, θυμίζοντας κάτι σαν παστωμένη σαρδέλα και έβαλα να ξεκινήσω, με προορισμό το σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, όπου σχεδίαζα να παραδώσω το ζόρικο φορτίο μου, για να ταξιδέψει την επομένη για το νησί των Φαιάκων. Η κούτα-συνοδηγός μου, απαιτεί να πηγαίνω σιγά σιγά και με τα αλάρμ αναμμένα, συν ότι ο όγκος της με δυσκολεύει αφάνταστα στην αλλαγή ταχυτήτων.
Η βροχή δυναμώνει μερικά κλικς, βγαίνω στην παλιά εθνική, υπάρχει μια κίνηση σχετική, ένα περιπολικό με τον μπλε φάρο να αναβοσβήνει,  η πυροσβεστική να προσπαθεί να αποσύρει κάποιο πεσμένο δέντρο, εγώ, περικυκλωμένος από κούτες, να μη βλέπω τίποτα πίσω μου και να πηγαίνω με ταχύτητα χελώνας, και με τα αλάρμ αναμμένα, καταφέρνω επιτέλους να φτάσω στο σταθμό. Παρκάρω έξω από το γραφείο με τα δέματα, βγάζω την κλειστοφοβική από το πορτ μπαγκάζ, τη μεταφέρω ως μέσα, με κοιτάζει διερευνητικά η υπεύθυνη εκεί κυρία, για πού πάει αυτό, με ρωτάει, για Κέρκυρα αύριο, έχω κι άλλες τρεις, της λέω με μια δόση ενοχής, κουνάει αρνητικά το κεφάλι, ξεφυσάει τον καπνό απ’ τη ρουφηξιά του τσιγάρου της, δεν έχω καθόλου χώρο να τα αποθηκεύσω ως αύριο, αποφαίνεται. Σώσε με, της λέω παρακλητικά, ούτε να οδηγήσω δεν μπορώ, το αυτοκίνητό μου είναι παστωμένο, με το ζόρι μπαίνω κι ο ίδιος μέσα. Ανένδοτη εκείνη, εξυπηρετεί άλλους πελάτες, ρίχνει κλεφτές ματιές και σε μένα, που δεν εννοώ να φύγω, εξάλλου θα σου στοιχίσει ο κούκος αηδόνι, επανέρχεται. Ρίχνει μια ματιά από κοντά στην κούτα, αυτή μονάχα θα σου κοστίσει οχτώ ευρώ, πόσα κιλά είναι οι άλλες, με ρωτάει. Πάω στο αυτοκίνητο, επιστρέφω, από δεκαεφτά οι πιο μεγάλες, την ενημερώνω, κι ακόμα μια, ίδια με τούτη μπροστά σας. Ξαναξεφυσάει τον καπνό της, κάνει τους υπολογισμούς της, σαράντα έξι όλες μαζί, στο είπα, δεν σε συμφέρει, στείλ’ τες με μεταφορική, θριαμβολογεί. Τηλεφωνώ στον φίλο μου, του εξηγώ περιληπτικά την όλη κατάσταση, πλήρωσέ τα μου λέει, στενοχωρημένος που με ταλαιπωρεί. Η κυρία παρακολουθεί τη συνομιλία μου, καταλαβαίνει από όσα ακούει ότι δεν θα απαλλαγεί εύκολα από μένα, κι αρχίζει ήδη να εκδίδει την απόδειξη. Της δίνω πενηντάρικο, πιες κι ένα καφέ από τον φίλο μου, της λέω, αρνείται αρχικά, μα ενδίδει στην επιμονή μου. Έχε χάρη που σε ξέρω, μιας κι έρχεσαι συχνά, αλλιώς δεν θα τα κράταγα, μου λέει, την ευχαριστώ απ’ τα βάθη της καρδιάς μου, παίρνω κι άλλες βαθιές ανάσες, νιώθω ξαλαφρωμένος, κι αποχωρώ χωρίς να ρίξω ούτε ματιά, ειν’ η αλήθεια, πίσω μου, νιώθοντας λες και με κοίταζαν οι κούτες με παράπονο, σαν κουταβάκια που τα παρατάς στο  δάσος.
Πάω στο αυτοκίνητο, τοποθετώ τα καθίσματα στη θέση τους, μπαίνω μέσα, κάθομαι εξουθενωμένος, ανάβω τσιγάρο, πίνω με αδημονία δυο τρεις γουλιές καφέ, αδιαφορώ εντελώς για το λεωφορείο που μου κορνάρει που δήθεν του κλείνω χώρο από τη στροφή, άλλα δυο πιο πριν πώς πέρασαν και μάλιστα με άνεση, βάζω το κλειδί στη μηχανή και ξεκινώ για το σπίτι. Στη διαδρομή, ξανακαλώ τον φίλο μου, τον ενημερώνω πως όλα έγιναν στην εντέλεια, εκείνος δείχνει στενοχωρημένος για όλη αυτή την ταλαιπωρία, στην οποία με υπέβαλε, του απαντώ -ειλικρινά- να μην το σκέφτεται, ότι εφόσον ήταν για κείνον, δεν υπήρχε θέμα, μου υπόσχεται να μου ψήσει τα εκλεκτότερα, όταν και αν ποτέ ξαναπάω στα μέρη του, του είπα πως τον αγαπώ… και κλείσαμε.
Ακόμα να μου στείλει εκείνο το ευχαριστήριο μήνυμα ο ιδιοκτήτης του ΙΚΕΑ, που έγινα “μέλος” ...ένας περισσότερος λόγος για μένα να μην ξαναπάω -ελπίζω ο Αλέκος να μη ματιάσει κανένα τζάκι αυτή τη φορά- στο θεριό του.
Ξέρω, μάταια θα με περιμένει η ευγενική “Μαρία των Αχ” να μου κάνει έναν σωστό καφέ, με καπάκι… Λέω να μην κρατήσω την “υπόσχεσή” μου.---

                                                                       Λάρισα, 10 Σεπτέμβρη 2016
                                                                                               Θωμάς Απ. Κάσσος

Άρνηση - ένα πεζό απ' το ποίημα του Σεφέρη



Άρνηση
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι.
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της..
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.
Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε την ζωή μας.• λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή
Γιώργος Σεφέρης

           Ο Γιώργος ήταν κλειστό παιδί. Στις καλοκαιρινές διακοπές με την οικογένειά του, απομονωνόταν συχνά, βρίσκοντας καταφύγιο στη θάλασσα. Νωρίς το πρωί, θα τον έβρισκες στο περιγιάλι να περπατά ξυπόλυτος στην άμμο, δίπλα στο κύμα. Ήταν κάτι που τον συνέπαιρνε κι έκανε το νου του να ταξιδεύει.
Ήταν ήδη στα δεκατέσσερα και, με αφορμή εκείνο το κορίτσι, με τα γαλανά μάτια και τα ξανθά κοτσίδια, είχε αρχίσει να σκαρώνει τα πρώτα του στιχάκια. Η καρδιά του ανέβαζε σφυγμούς, η πνοή του γινόταν πιο γοργή κάθε που το χέρι του σκάλωνε πάνω στο άσπρο χαρτί, μη βρίσκοντας τις κατάλληλες λέξεις. Απορροφημένος, έγραφε και ξανάγραφε τ’ όνομά της, ζωγράφιζε καρδούλες με βελάκια, ώσπου έφτανε μεσημέρι κι έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού.
Ακουμπισμένος στο παράθυρο, έβλεπε ξανά τώρα μπροστά του τη θάλασσα, άκουγε το κύμα της, ένιωθε το ελαφρό φύσημα του μπάτη. Ξανάφερε στη μνήμη του το ξανθό, ωραίο εκείνο κορίτσι. Τη θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια, τίποτα δεν είχε σβηστεί από το νου του μετά από τόσα χρόνια. Δεν της είχε δείξει ποτέ τις πρωτόλειες εκείνες γραφές του, ούτε της εκμυστηρεύτηκε ποτέ τον κρυφό του έρωτα. Ντρεπόταν. Ακόμα, όμως, τα είχε όλα φυλαγμένα. Πού να βρισκόταν τώρα άραγε, τι δρόμο να είχε ακολουθήσει στη ζωή της ; Ίσως κάτι καλύτερο να της επεφύλασσε η δική της μοίρα, απ’ ό,τι εκεινού.
Το ξαφνικό πετάρισμα ενός περιστεριού στο διπλανό μπαλκόνι διέκοψε τις σκέψεις του και τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν ώρα να φύγει, έπρεπε να συναντηθεί με τον επιβλέποντα καθηγητή του στη Νομική Σχολή της Σορβόννης, να συζητήσουν για το διδακτορικό του. Στη σκέψη και μόνο, η διάθεσή του έπεσε. Εκείνος λάτρευε με πάθος τη λογοτεχνία, ο πατέρας του, όμως, του είχε επιβάλει τις νομικές σπουδές. Εκεί στο Παρίσι ένιωθε σα χαμένος στην έρημο, όπου με λιγοστό γλυφό νερό πάλευε να σβήσει τη δίψα του.
Τακτοποίησε τα γραπτά του στην τσάντα και άνοιξε βαρύθυμα την πόρτα. Κλειδώνοντας, μια σκέψη άρχισε να γυρίζει σαν ανεμοστρόβιλος στο μυαλό του... "λάθος δρόμο πήραμε, Γιώργο... πρέπει ν' αλλάξουμε ζωή".


 
Διασκευή, στο πλαίσιο άσκησης μαθήματος "Δημιουργικής Γραφής",
χρησιμοποιώντας όλες τις λέξεις του ποιήματος,
με κάποια στοιχεία απ' τη ζωή του ποιητή
~
Θωμάς Απ. Κάσσος~ (2016)

Παλαιότερες Αναρτήσεις